Skip to content
Eίστε εδώ: ΦΙΛΩΝ & «ΦΙΛΩΝΑΣ» arrow ΠΑΡΟΥΣΙΑΣΕΙΣ arrow ΔΙΑΒΑΖΟΝΤΑΣ ΤΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ arrow 55η συνέχεια, ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ (1)
55η συνέχεια, ΟΡΙΖΟΝΤΕΣ (1) PDF Εκτύπωση E-mail
Γράφει ο/η dommel   
06.02.10

     eriana1.jpg

    

ΔΟΞΟΛΟΓΙΑ  ΣΤΗΝ ΚΟΛΑΣΗ

Από το βιβλίο της Εριάνα Κράνη

΄Εκδοση Πνευματικού Κέντρου
Πειραιάς  1967 

 

       

 

  OΡΙΖΟΝΤΕΣ  (1)

 

 

    Η ΄Ερση, γυρίζοντας απ’ το Πανεπιστήμιο, λίγο ύστερα απ’ το μεσημέρι της Δευτέρας, αναγκάστηκε λόγο της θύελλας που ‘χε ξεσπάσει, να πάρει ταξί, γι’ αυτό έφτασε στην έπαυλη  πολύ γρηγορότερα από τη συνηθισμένη της ώρα.

     Όταν έσπρωξε τη μεγάλη καγκελόπορτα για να μπει μέσα αντίκρισε το μπάρμπα-Θωμά κουκουλωμένο με το χονδρό αδιάβροχο μουσαμά του να τρέχει κατ’ επάνω της, κάνοντας με τα χέρια του χαρούμενες κινήσεις, ενώ το πρόσωπό του έδειχνε κάποια ανείπωτη χαρά!

-    ΄Ελα, Ερσούλα μου, να σου πω πρώτος τα συχαρίκια. Το σπίτι μας σώθηκε. Τα δέντρα πάλι είναι δικά μου…

Την αγκάλιασε και τη φίλησε, μέσα στη νεροποντή, αψηφώντας τα πάντα, ακόμη και τα γερατειά. Νόμιζε πως ήταν παιδάκι, πως είχε κερδίσει την αιωνιότητα που κρυβόταν μέσα στα καταπράσινα δέντρα και στο μικρό δωματιάκι, που μέτραγε τη ζωή του.

-    Ερσούλα μου, συνέχισε με τον ίδιο παραλήρημα ενθουσιασμού,  τρέξε γρήγορα επάνω, σε περιμένουν σαν τρελές η Ζερμαίν με την κυρία Λίλιαν. Τηλεφώνησε ο δικηγόρος πως το σπίτι είναι ελεύθερο, δικό μας πάλι!  Ο Αλέκος … αχ… αυτός ο Αλέκος …. Αυτός τα ‘κανε όλα! Πήγαινε  επάνω, σε λίγο θα ‘ρθω κι εγώ…

Η ΄Ερση, έτρεξε. Αισθάνθηκε χαρά και ενθουσιασμό σαν να πέτυχε τον ωραιότερο σκοπό της ζωής της. ΄Οχι , γιατί έμαθε την ευχάριστη είδηση που, φυσικά, εγνώριζε  από πιο μπροστά αλλά γιατί θα ζούσε τη μεγάλη ευτυχία κοντά στα πλάσματα αυτά, που θεωρούσαν το παν χαμένο και που όμως, ήταν έτοιμα να δεχτούν τη δυστυχία με γέλια μελαγχολικά, όπωσδήποτε όμως με ελπίδες, χωρίς το αποκρουστικό μοιρολόι της απελπισίας…

     Σε λίγο ζούσε τις ευτυχισμένες στιγμές. Οι δυο γυναίκες την αγκάλιαζαν, την φιλούσαν, εκδήλωναν την αγάπη τους, σαν να ‘χε και η ίδια μερίδιο από την ευτυχία τους.

   Και όταν πέρασαν πια οι πρώτες συγκινήσεις, τα πρώτα δάκρυα χαράς, οι πρώτες ευχάριστες πληροφορίες, η Ζερμαίν, άρχισε να εκδηλώνει τις σκέψεις της, τα όνειρά της, τις επιδιώξεις της με μια ασυνήθιστη χαρούμενη φλυαρία μπροστά στη μητέρα της και την ΄Ερση, που την άκουγαν σαν να πρόσεχαν τα μπερδεμένα λόγια  μιας μικρής παιδούλας που μόλις άρχισε να μπερδεύει τα λογάκια της καταλήγοντας σε μια απεριόριστη φλυαρία.

-     Τον παλιάνθρωπο! …

-     Ποιον πάλι,  απόρησε η μητέρα της…

-     Καλέ, αυτόν … τον Αλέκο … κάνετε πως δεν καταλαβαίνετε;

Γέλασαν η μητέρα της με την ΄Ερση.

-    Τι σου ‘κανε πάλι ο άνθρωπος; Μήπως τον είδες από χθες;

-    Δεν τον είδα αλλά ποιά σημασία έχει; Σήμερα το απόγευμα θα τον δω… ΄Ε, λοιπόν, σας ορκίζομαι πως θα τον σκαμπιλίσω!

-    Θεός φυλάξει …! Γιατί βρε παιδάκι μου, τι σου ‘κανε ο άνθρωπος;  

-    Τι μου ‘κανε; Αυτός ξέρει… πού θα μου πάει, όμως…!

Κούνησε το κεφάλι της και συνέχισε.

-    Καλά… αν το βράδυ … δε συμμορφωθεί προς «τας υποδείξεις μου» θα γίνει μεταξύ μας «μακελειό»!

-    Ζερμαίν; Τι είναι αυτά που λες;

-    Ξέρω  τι λέω μαμά. ΄Ετσι δεν είναι ΄Ερση;

-   Δεν ξέρω τίποτα! Απάντησε χαμογελώντας η ΄Ερση.

Η Ζερμαίν έκανε τη θυμωμένη.

- Δεν ξέρεις πως δεν παρακολουθεί το Πολυτεχνείο; Δεν είναι παλιανθρωπιά αυτή; Ομολόγησε ΄Ερση… -    Ομολογώ,  από  αδυναμία όμως! …

-  Τον υποστηρίζεις … Είσαι παλιοκόριτσο…        ΄Υστερα, γυρίζοντας προς τη μητέρα της.

-    Μαμά, έχει δίκιο η ΄Ερση. Πώς μπορούσε ο Αλέκος μου να παρακολουθήσει μαθήματα, αφού εργάζεται απ’ το πρωί ως το βράδυ; -    Μπα τον παλιάνθρωπο!  έκαμε γελώντας η Λίλιαν…

-    Ποιος είναι παλιάνθρωπος, μαμά; Πετάχτηκε από τη θέση της η Ζερμαίν…

-    Μα, ο Αλέκος! ΄Ετσι δεν είπες εσύ;

-    Είπα …  το ομολογώ, αυτό όμως δεν σημαίνει ότι επειδή το είπα είναι και η … πραγματικότητα…

΄Ελαβε κάποιο διαφορετικό ύφος, μάλλον σοβαρό.

-    Δεν μου λες μαμά, τώρα εδώ που τα λέμε, χωρίς δηλαδή σαχλαμάρες, ήθελα να σ’ ερωτήσω κάτι. ΄Υστερα από την ευχάριστη τροπή που πήραν τα πράγματα, μπορούμε  να βοηθήσουμε τον Αλέκο να βγάλει το Πολυτεχνείο;

Η μητέρα την κοίταξε χαϊδευτικά.

-    Αμφιβάλεις γι’ αυτό Ζερμαίν; Κι αν ακόμα δεν μας ήταν δυνατόν, πάλι δεν θα δείχναμε αδυναμία.

-    Όχι, μαμά, εννοώ άλλο. Όπως μας τηλεφώνησε ο κύριος Βαλέρης το δάνειο που κάναμε από την Τράπεζα είναι εννιακόσιες χιλιάδες, δεν είναι έτσι;

-    Ναι …

-    Και θα εξοφληθεί σε δέκα χρόνια…

-    Μάλιστα!

-    Αλλά το χρέος μας δεν φτάνει τις εννιακόσιες χιλιάδες.

-    Φυσικά.

-    Πόσο είναι;

-    Μα … γύρω στις επτακόσιες πενήντα ή οκτακόσιες …

-    Πολύ καλά. Μας μένουν, δηλαδή και εκατό χιλιάδες, ας πούμε…

-    Βεβαίως.

-   Τότε, πρέπει να κάνουμε οικονομίες για να πάρει το δίπλωμά του ο Αλέκος. Συμφωνείς μαμά;

-    Απόλυτα.

-    Λοιπόν, πρώτη οικονομία. Θα πουλήσω την κούρσα μου.

-    Η ΄Ερση, μπήκε στη μέση.

-    Όχι, Ζερμαίν, δεν πρέπει να το κάμεις αυτό, σύστησε διστακτικά η μικρή. Δεν ξέρω αν πρέπει να εκφέρω τη γνώμη μου…

Η μητέρα της Ζερμαίν έκαμε πως την αγριοκοίταξε.

-    Θα σε μαλώσω Ερσούλα, της είπε με μια τρυφερή επίπληξη. Αν δεν είχες θέση και γνώμη, αυτή τη στιγμή δεν θα ήσουν κοντά μας να άκουγες όλα τα μυστικά μας….

- Ευχαριστώ κυρία Λίλιαν.
Η Ζερμαίν, μπήκε στη μέση.

-   ΄Ερση: Για κοίταξέ με καλά! Έκαμε, δήθεν, αγριεμένα η Ζερμαίν. Χμ… να ξέρεις πως εγώ δεν παίζω! Να αφήσεις τα «ευχαριστώ» και τα «συγνώμη» και να μιλάς στη μαμά, όπως μιλάω εγώ. Δεν είναι έτσι μαμά;

     Βεβαιότατα. ΄Αλλωστε,  της το ‘χω πει εγώ πιο μπροστά.

-    Ορίστε! Στο ‘χει πει κι η μαμά κι εσύ δεν εννοείς να βάλλεις μυαλό. Για τελευταία φορά στο συγχωρώ. Τελεία και παύλα, λοιπόν. Ως εδώ. Τώρα, πες μου, Ερσούλα, τι ήθελες να πεις;
΄Ηθελα να πω ότι επί του παρόντος, δεν πρέπει να πάρεις τέτοιες αποφάσεις. Ο Αλέκος ένα χρόνο θέλει να πάρει το δίπλωμά του. Εγώ είμαι φοιτήτρια και ξέρω πόσα έξοδα χρειάζονται. Το ποσόν αυτό των εκατό χιλιάδων, μπορεί να καλύψει όλα τα έξοφά του μαζί με την άνετη συντήρησή σας. Αν θέλεις να κάμεις οικονομία δεν πρέπει ν' αρχίσεις απ' το αυτοκίνητό σου...
 

- Πολύ ορθά συμπέρανε η μητέρα

-     Τότε,  από πού ν’ αρχίσουμε;

-     Από μένα! Απάντησε η ΄Ερση. Εγώ επί παραδείγματι δεν χρειάζομαι. Δεν προσφέρω παρά ένα περιττό, πολύ περιττό έξοδο. ΄Αλλωστε, όπως κι αν είχε το πράγμα, εγώ δεν θα μπορέσω  να μείνω μαζί σας, περισσότερο από δέκα μέρες, γιατί θα ‘ρθει ο μπαμπάς μου.

      Η Λίλιαν, αισθάνθηκε ένα ρίγος σ’ όλο της το κορμί. Θα ‘ρχόταν ο μπαμπάς της! Δηλαδή, ο ΄Αρης. Αλλά από πού; Πού ήταν; Αυτό δεν μπορούσε να το πληροφορηθεί από πουθενά. Τώρα έφτασε η στιγμή… Η Ζερμαίν, διέκοψε τις σκέψεις της διαμαρτυρόμενη έντονα. Τελείως αφελέστατα μπήκε στη μέση. -     Καλέ, τι μας λες! Δεν κάνεις πως φεύγεις; Μη νομίζεις πως είναι στο χέρι σου να κάνεις ό,τι θέλεις!    Σε ‘γελάσανε, δεσποινίς μου. Δεν έχεις να το κουνήσεις ρούπι απ’ εδώ…
 Θαρθεί ο μπαμπάς σου; Πολύ καλά. Θα μείνει κι εκείνος κοντά μας… Συμφωνείς μαμά;

     Η Λίλιαν, είχε χλομιάσει. Πώς να συμφωνούσε και πώς να αρνηθεί; Αν ήξερε η κόρη της πως ο μπαμπάς αυτός ήταν ο πατέρας της; αν ήξερε πως η ΄Ερση ήταν αδελφή της από άλλη μητέρα; Εκείνη τη στιγμή το μυαλό της πέταξε μακριά.  Τα «αν»,  ήταν αδύνατον να τα συλλάβει σαν υπόθεση, γιατί, οι υποθετικές ερωτήσεις ανταποκρίνονταν σε θετικές τραγικές απαντήσεις! Αυτόματα, ξεσκεπάστηκε μέσα της μια μικρή λεπτομέρεια - τόσο δούλα -,  ολιγόστιγμη που χώρεσε  την επαφή δυο νεανικών κορμιών κάτω από πυκνές φυλλωσιές των δέντρων, σ΄ ένα σούρουπο γλυκό μα, με χίλιες φορές πιο γλυκό τον πόνο που έφερε το σπαρτάρισμα στις ερεθισμένες αισθήσεις των δυο κορμιών που οι χυμοί τους ανακατεύτηκαν κι έγιναν μίγμα αδιάλυτο ησυχάζοντας ήρεμα μέσα σ’ ένα ροδοκόκκινο κουκούλι…

΄Εσκασε το κουκούλι αργότερα και βγήκε το μετάξι απαλό, βελούδινο, μυρωδάτο. ΄Εγινε καστανόξανθα μαλλιά, μάτια χαδιάρικα που ‘κρυβαν μέσα τους το γαλάζιο χρώμα του ουρανού και τα χρυσάφια πού ‘χαν ξεφύγει απ’ το φόντο κάποιας χρυσοσπαρμένης, με τα φλουριά του φεγγαριού, μαγεμένης θάλασσας. Κορμί νεραϊδογέννητο που λικνιζόταν μέσα στα κρίνα της αυγής, σαν ηδονικό χάδι μέσα σε παραμυθένιες αγκαλιές,  αλλά … και Νέμεση!

     Ωραίος και αθώος δικαστής, που άθελά του επέβαλε την τιμωρία, χωρίς επιείκεια. Γυμνή έκφραση, σαν τη γυμνή επαφή δυο κορμιών μέσα στη φλόγα της ηδονής. Γυμνή η τιμωρία σαν το γυμνό ξέσπασμα της σάρκας, που τράνταξε σπασμωδικά δυο κορμιά, για μια μόνο στιγμή. Στιγμή ανείπωτου φευγαλέου ηδονισμού, τον οποίο η ίδια η φύση χάρισε στο κορμί. Αλλά, αφού η ίδια η φύση είναι ο δωρητής, γιατί να θέλει να  αντικαταστήσει  το ωραίο αυτό δώρο με μια παράλογη τιμωρία; Γιατί να ζητάει απ’ το κορμί για εξαγορά λίτρα, τα οποία εκείνο είναι υποχρεωμένο να ψάξει και να βρει μέσα στο άπειρο; Το εδώλιο του κατηγορούμενου σε ποιόν πρέπει να προσφερθεί; στη φύση που δώρισε την ηδονή ή στο κορμί που δέχτηκε μέσα του τη φύση;

      Η Λίλιαν ήταν υποχρεωμένη να απαντήσει στην ερώτηση που τόσο αθώα της υπόβαλε η στιγμή. Επέβαλε την αυτοκυριαρχία στον εαυτό της και απάντησε.

-    Χρειάζεται συζήτηση γι’ αυτό Ζερμαίν μου;

-    Βλέπεις ΄Ερση, φώναξε ενθουσιασμένη. Τι λες τώρα εσύ;

-    Μια άλλη αθώα απάντηση της μικρής αναστάτωσε ξανά σκέψεις και αισθήσεις.

-    ΄Αν δεχτεί ο μπαμπάς! -    Αν δεχτεί; Θέλει και δεν θέλει θα δεχτεί. Θα τον κάνω εγώ να πει το «ναι» εκατό φορές! Βεβαίωσε, φλύαρα, η Ζερμαίν. Δεν μπορεί να μου  χαλάσει το χατήρι …

      Σκηνοθετημένες ερωταπαντήσεις των δυο αδελφών; Μόνο η μητέρα που έζησε την τραγικότητα της ιστορία και γνώριζε την άγνοια των δύο κοριτσιών, δεν μπορούσε, παρά να χαμογελάσει πικρά μέσα της, να κλάψει και να τοποθετήσει την άγνοια στη μοιραία θέση της, που παρουσίαζε δυο πλευρές: Την αθωότητα και τη φυσιολογική σύμπτωση. Ο ενθουσιασμός της Ζερμαίν μπροστά στο γεγονός  ήταν αληθινός και οι λογικές απαντήσεις της ΄Ερσης, στην ίδια περίπτωση, έπρεπε να συμφωνήσουν με την άποψη και θέληση του πατέρα της.  Η Λίλιαν,  δεν μπορούσε να παίξει πια κανένα ρόλο. Η αυλαία ήταν πια στη διάθεση του σκηνοθέτη και των μηχανικών στο θέατρο της μεγάλης  στιγμής. Και τα τρία αυτά ταμπλώ προγραμμάτιζαν το ίδιο έργο, με μόνη τη διαφορά πως άλλαζε το χρώμα και το μέγεθος των ψηφίων.

 

Τελευταία ανανέωση ( 10.06.10 )
 
< Προηγ.   Επόμ. >

ΕΙΣΟΔΟΣ ΜΕΛΟΥΣ






Ξεχάσατε τον κωδικό σας;
Δεν έχετε λογαριασμό; Εγγραφή

Online Μελη

Έχουμε 9 επισκέπτες online

ΧΟΡΗΓΟΙ