ΤΟ ΕΙΚΟΝΙΣΜΑ -ΑΣΒΗΣΤΕΣ ΜΝΗΜΕΣ- ΚΥΠΡΟΣ

 

ΑΣΒΗΣΤΕΣ ΜΝΗΜΕΣ

eikon2.jpg

ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΠΑΛΟΥΡΙΩΤΙΣΣΑΣ – ΚΥΠΡΟΣ

 Βραβείο  «ΦΙΛΩΝΑ"

 

-  Παππού, παππού κοίταξε τι βρήκα στο κομοδίνο σου! ΄Ηταν κάτω από το πουκάμισο που μου ζήτησες, στο επάνω συρτάρι. Είναι ένα κουτί, αλλά είναι πολύ πιο ωραίο από οποιοδήποτε κουτί που έχω δει ποτέ μου. ΄Εχει πάνω σκαλίσματα κι ένα σταυρό.

-  Ναι, παιδί μου. Φέρτο εδώ. Αυτό το κουτί είναι πολύτιμο. Πιο πολύτιμο κι από την ίδια τη ζωή μου. ΄Όπως είδες, πάνω έχει ένα σταυρό που βρίσκεται στο κέντρο ενός χάρτη του μαρτυρικού νησιού μας. Τώρα θα το ανοίξω.

-  Μα παππού, είναι κλειδωμένο.Εδώ το ‘χω το κλειδί, σε μια κλωστή γύρω από το λαιμό μου, κο0ντά στην καρδιά μου για να της δίνει δύναμη.

Ο μικρός Μάριος πρώτη φορά άκουγε τον παππού του να μιλάει έτσι. Παραξενεμένος καθώς ήταν, ρώτησε:

-  Και τι έχει μέσα στο κουτί και είναι τόσο πολύτιμο παππού;

-  Περίμενε και θα δεις παιδί μου.

Ο παππούς ξεκρεμάει το κλειδί. Ο μικρός με αγωνία και περιέργεια παρακολουθεί. Περιμένει τον παππού ν’ ανοίξει το μυστηριώδες κουτί. Τα μάτια του πέφτουν μονομιάς σ’ ένα παλιό ρολόι. ΄Ητανε χρυσό, αλλά δεν δούλευε. Ο παππούς έβγαλε το ρολόι από το κουτί. ΄Εμοιαζε σαν να έψαχνε  κάτι. Και ξαφνικά το βρήκε. Τα μάτια του πήραν ένα αλλιώτικο χρώμα. Το γέρικό του βλέμμα, έλαμψε. Ο μικρός Μάριος που μέχρι εκείνη τη στιγμή περιεργαζόταν το παλιό ρολόι, κοίταξε προς το μέρος του παππού.

       Ο γέρος εκείνος άνθρωπος, εκείνη τη στιγμή ανασήκωσε τον πάτο του κουτιού. Στο βάθος φάνηκε ένα εικόνισμα. ΄Ένα σκονισμένο παλιό εικόνισμα, που έμοιαζε με εκείνα που υπήρχαν στις εκκλησίες. Ο παππούς, με χέρια που έτρεμαν από συγκίνηση, έβγαλε το εικόνισμα και το απόθεσε στα γόνατά του αφού πρώτα το ξεσκόνισε. Το κρατούσε καθώς κρατά η μάνα το παιδί και το παίζει στα γόνατά της για να σταματήσει το κλάμα. Ο Μάριος πρόσεξε μια φωτογραφία που φάνηκε κάτω από το εικόνισμα.

-  Τι δείχνει αυτή η φωτογραφία; Ρώτησε τον παππού, δείχνοντας τη μαυρόασπρη φωτογραφία.

-  Αχ, παιδί μου! Αυτή η φωτογραφία δείχνει την οικογένειά μας στο πανηγύρι του χωριού μας. Πίσω φαίνεται η εκκλησία του τόπου μας μεγαλόπρεπη.

-  Ποιος είναι αυτός παππού;

-  Αυτός είμαι εγώ, παιδί μου. Αυτή δίπλα, η γιαγιά. Κάτω ο πατέρας σου και δίπλα στα αριστερά  ο …

-  Ποιος παππού; Ποιός;

Είναι ο αδερφός του πατέρα σου, Μάριε.

-   Και πού είναι τώρα;

-  Δεν ξέρω … δεν ξέρω … κανείς μας δεν ξέρει. Μόνο ο Θεός. Χάθηκε στην εισβολή των Τούρκων. Και ξέρεις … του μοιάζεις πολύ. Είσαι φτυστός ο Γιώργος μου.

     Ο παππούς ξεσπά σε λυγμούς. Ο Μάριος, τον βλέπει και δακρύζει κι αυτός. Γιατί να μοιάζει στον αδερφό του πατέρα του! Γιατί; Και κοιτά λυπημένος τον παππού του σαν να ζητά συγγνώμη.

      Ο  παππούς σκουπίζοντας το δάκρυ, το τελευταίο δάκρυ που έτρεξε στο ρυτιδωμένο μάγουλό του, σαν να κατάλαβε τη σκέψη του Μάριου, του λέει:

-΄Ελα παιδί μου, κάθισε δίπλα μου. Θέλεις να μάθεις για το θείο σου;

-  Ναι, παππού, πες μου, πες μου!

Σφίγγει το χέρι του παππού κι ο παππούς με τη σειρά του σφίγγει το χέρι του εγγονού, παίρνει δύναμη κι αρχίζει:

-  Που λες παιδί μου, πριν δεκαπέντε περίπου χρόνια, ζούσαμε ήσυχοι σ’ ένα όμορφο χωριό, στην Καρπασία. ΄Ολοι οι κάτοικοί του ήταν αγαπημένοι. Ζούσαν και Τούρκοι στο χωριό μας, αλλά οι περισσότεροι έφυγαν και εγκαταστάθηκαν σε χωριά που ζούσαν  μόνο Τούρκοι. Στο χωριό είχαμε μεγάλα περιβόλια  με πορτοκαλιές και λεμονιές. Το σπίτι μας ήταν στο κέντρο του χωριού, πλάι στην εκκλησία. Ο πατέρας σου, ήταν σπουδαστής στην Αγγλία. Ο θείος σου ο Γιώργος, ζούσε μαζί μας και βοηθούσε στα χωράφια. ΄Ηταν περίπου είκοσι χρόνων και ο πατέρας σου είκοσι τριών. Εκείνες τις μέρες ακούσαμε για το πραξικόπημα εναντίον του Μακαρίου. ΄Αλλοι έλεγαν πως πέθανε, άλλοι έλεγαν ότι ζούσε…

-  Ζούσε παππού, το ξέρω. Το είπαμε στο Σχολείο.

-  Ναι, ζούσε, αλλά εκείνες τις μέρες δεν ξέραμε τι γινόταν. Τελοσπάντων τα πράγματα άρχισαν να ησυχάζουν , όταν μ ια μέρα που ήμουν στα χωράφια άκουσα φωνές. Κτυπούσε κι η καμπάνα του χωριού. ΄Ολοι έτρεχαν να δουν τι συμβαίνει. ΄Ενας συγχωριανός μου, μου είπε: «Μάστρο-Παναή, βουράτε να φύετε. ΄Ερχονται οι Τούρκοι. Κάνουν εισβολή». Εγώ, έτρεξα στο σπίτι μονομιάς. Η γιαγιά σου, δεν έφτασες να τη δεις, στεκόταν στην πόρτα και με περίμενε. Με κοίταξε στα μάτια  με λύπη. «Ο Γιώργος, εν ήρτεν ακόμα. Λαλείς νά παθεν  τίποτε;» «Ο Θεός να φυλάξει», είπα. Ετοίμασε μια πρόχειρη βαλίτσα με ρούχα και κάτι φαγώσιμα. Δε φεύγαμε. Περιμέναμε το Γιώργο. ΄Υστερα από μισή ώρα ήρθε κι αυτός στο σπίτι. «Γλήορα», μας είπε «΄Ερκουνται, έρκουνται». Πήραμε το δρόμο για τις περιοχές που δεν κινδύνευαν, γιατί η εισβολή γινόταν από το Βορρά. Στα βουνά θα ήμαστε πιο ασφαλισμένοι. ΄Όταν πια νιώθαμε πως ήμαστε μακριά από τον κίνυνο, σταματήσαμε να ξεκουραστούμε. Τότε σκέφτηκα το σπίτι, την εκκλησία. Τι έγινε η εκκλησία; Τι έγιναν οι εικόνες; Αποφάσισα να επιστρέψω πίσω και να περισώσω τις εικόνες, την επομένη. Το πρωί, όταν ξύπνησα ο θείος σου έλειπε. Η γιαγιά σου ανησύχησε. Τον περιμέναμε. ΄Όταν πήρε να σκοτεινιάζει, μια φιγούρα παρουσιάστηκε στον ορίζοντα. ΄Ηταν ο Γιώργος πληγωμένος. Τον πυροβόλησαν οι Τούρκοι που τον μυρίστηκαν καθώς έφευγε: ΄Εφερε μαζί του μια εικόνα, τη μοναδική που βρήκε. Η εικόνα είχε δεχτεί μια σφαίρα που τραυμάτισε ελαφρά το Γιώργο. Η γιαγιά σου τον περιποιήθηκε και ευχαρίστησε τον Απόστολο Ανδρέα, τον ΄Αγιο της εικόνας που τον έφερε ζωντανό.

-  Πού είναι η σφαίρα παππού;

-  Να, εδώ είναι, είπε, δείχνοντας την τρύπα που δε φαινόταν στην αρχή, γιατί μπήκε από πίσω και βγήκε από το πλάι. ΄Όταν όμως φτάσαμε στις πιο ασφαλισμένες  περιοχές, ο θείος σου πήγε εθελοντής για να ανακόψουν τη δεύτερη εισβολή. Από τότε δεν τον ξαναείδαμε. ΄Εφερε όμως την εικόνα. Αυτή μου τον  θυμίζει συνέχεια.

-     Όταν ο πατέρας σου επέστρεψε και εγκαταστάθηκε δημιουργώντας οικογένεια, μου ζήτησε να ζήσω μαζί σας. Την εικόνα την είχα πάντα φυλαγμένη. Τώρα όμως γέρασα. Μπορεί να μην αξιωθώ να δω την εκκλησία, ν’ ακούσω την καμπάνα ξανά.

-  Μην το λες αυτό παππού.

Ο γέρος έπιασε το χέρι του Μάριου, το ζέστανε με τα γέρικά του δάκτυλα, σαν να του έλεγε: «Σταμάτα. Μη συνεχίζεις.» Ο Μάριος κατάλαβε.

-  Όπως  ο θείος σου πήρε αυτήν την εικόνα, σώζοντάς την από τους Τούρκους και έδωσε τη ζωή του, θέλω κι εσύ να την πας εκεί που ανήκει. Να την πάρεις στο χωριό, να βρίσκεται εκεί όταν θα ξαναχτυπήσει η καμπάνα. Θέλω να μου υποσχεθείς ότι θα το κάνεις αυτό.

      Ο Μάριος κοίταξε τα δάκρυα στα μάτια του παππού. Του έσφιξε με θέρμη το χέρι και του υποσχέθηκε.

-  Θα την πάρω παππού, του είπε. Θα την πάρω.

Αρχείο "ΦΙΛΩΝΑ",  από την έκδοση  του "Πνευματικές καταδύσεις"

     

Είσοδος Μελών

mail.google 3
Ιουλ 1323

ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ Φώς στο σκοτάδι, που χαρίζει την ελπίδα, 'Ιριδας χρώματα ξεχύνονται εμπρός σου, Λάμψεις ουράνιες που τρέφουν την πατρίδα, Ωραίου και Αληθινού Ναός όπου Νούς σε προσκύνημα κερί ανάβει Aγάπης, Κάλλους, Πνεύματος. Σε αντάρας πέλαγα, σύ, ω!… Περισσότερα
Οδυσσέας Ελύτης
Μαρ 827

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ Νεανικά χρόνια Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από τον συνοικισμό Καλαμιάρης της… Περισσότερα
Κωστής Παλαμάς
Μαρ 720

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας, από τις σπουδαιότερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νέου Ελληνισμού. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής «γενιάς του 1880» και της αποκαλούμενης «Νέας… Περισσότερα