ΑΝΑΣΤΟΡΟΥΜΑΙ: ΓΙΑΝΝΗ ΣΚΟΥΛΟΥΔΗ

 

 
*  O  ΔΙΑΚΟΝΙΑΡΗΣ :

 
     «Μακάριοι οι ελεήμονες»…  ακουγόταν ο μακαρισμός στ’ αυτιά των χωριανών καθώς έβλεπαν το διακονιάρη να πλησιάζει το σπιτικό τους και να τους ζητά, έστω κι ένα κομματάκι ψωμί!
Κι οι  νοικοκυραίοι, έπαιρναν χαρά και αισθάνονταν όμορφα που θα εκτελούσαν την πράξη της ελεημοσύνης, γι’  αυτό, και το διακονιάρη τον περιβάλανε με πραγματική αγάπη.
Διακόνευε, ζητούσε ο άνθρωπος που είχει ανάγκη, αλλά και διακονούσε αυτούς που τον βοηθούσαν, όχι υπηρετώντας τους, αλλά απευθύνοντάς τους τον καλό λόγο, τις ευχές που πάντα ο καθένας μας  έχει ανάγκη απ’ αυτές.
 
    Μάζευε ο διακονιάρης το μικρόκοσμο κοντά του και τα περίεργα ματάκια των μικρών παιδιών παρατηρούσαν έντονα το κάθε τι. ΄Ακουγαν το λόγο του, τους συχωρεμούς και τις ευχές του για καλή υγεία της οικογένειάς τους. Και τα ξανάκουγαν και μετά,  αφού τελείωνε η ωραία και μεγάλη πράξη της ελεημοσύνης, που πραγματοποιούταν, μάλιστα,  με μια μικρή ιεροτελεστία.

   ΄Εβλεπαν τη γιαγιά, τη μάνα, τον παππού ή τον πατέρα να βγαίνει έξω για να βοηθήσει όχι με περιφρόνηση αλλά με βαθιά επίγνωση καθήκοντος τον διακονιάρη. Ανάλογα με την ώρα ακουγόταν η φωνή της νοικοκυράς, που ρώταγε. «Θα καθίσεις να φάμε;»
      Στο τραπέζι, ένας ακόμα άνθρωπος. Μπορεί και άγνωστος, μα άνθρωπος! Η φιλοξενία. χωρίς ανταπόδοση, αλλά από καθαρή και πραγματική αγάπη προς τον συνάνθρωπο! Η έκκληση του διακονιάρη «Ξένους ξένιζε, ίνα μην είσαι ξένος εις τον Θεό» έβρισκε την τέλεια ανταπόκρισή της, ταυτίζοντας τη δική σου προσφορά με την προσφορά του Θεού προς εσένα!
 
    Η Κρήτη, το ‘χε μάθει και είχε κάνει βίωμά της τη φιλοξενία αποδεικνύοντας πως ο φιλόξενος Δίας, γεννήθηκε σ’ αυτήν!Ο διακονιάρης, επομένως, στην Κρήτη, υπηρετούσε τον καλό λόγο και διακονούνταν έμπρακτα με το λάδι, το ψωμί και το κρασί της μάνας γης.  Γύριζε από σπίτι σε σπίτι για να πει αυτά που ήξερε   και να συγκινήσει την αρχόντισσα και νοικοκυρά να του δώσει με την καρδιά της ό,τι είχε γι’ αυτόν, συγχρόνως  όμως γινόταν και αιτία με την παρουσία του, να μάθουν τα παιδιά την ελεημοσύνη. Την ελεημοσύνη σ’ έναν άνθρωπο που πραγματικά είχε ανάγκη. Γιατί ο διακονιάρης στην Κρήτη τα χρόνια εκείνα, που έβγαινε στη γύρα, έβγαινε επειδή, πραγματικά ήταν ανίκανος να δουλέψει. Κι είχε ανάγκη να θρέψει ορφανά και να δώσει βοήθεια σε αρρώστους και ανήμπορους δικούς του, χειρότερους απ’ αυτόν. Το ‘κανε από  ανάγκη, το ‘κανε με ντροπή, το ‘κανε αληθινά και τίμια κι αυτό τον ανέβαζε στα μάτια του κόσμου , έτσι ώστε,  αν και «επαίτης» να γίνεται  δάσκαλος και εργάτης του καλού! Μέσα από την ανάγκη του έδινε το μάθημα της αγάπης σ’ αυτούς που τον διακονούσαν και γινόταν εργάτης του καλού γιατί πρόσφερε στους δικούς του, ταπεινώνοντας τον ίδιο τον εαυτό του! Κι ήταν, για τον πραγματικό αναξιοπαθούντα που αναγκαζόταν ν' απλώσει το χέρι  πολύ οδυνηρό και τραγικό. Κι ο διακονιάρης της εποχής εκείνης βοηθιότανε για να βοηθήσει και όχι να ξεγελάσει...

        Μαζί με τη δύση του ήλιου κείνων των ημερών, χάθηκε κι ο διακονιάρης της αλλοτινής, μακρινής από σήμερα εποχής!  Η περιγραφή του μπορεί δύσκολα  να μεταφερθεί στις επόμενες γενιές, όμως η έννοια της διακονίας, στην πραγματική της βάση θα πρέπει να καίει μέσα μας έστω σα μια μικρή σπίθα, έτοιμη ν’ ανάψει σ’ όποια εποχή κι αν ζούμε!

           *   Η ΦΟΥΣΚΑ :

 

 -     Αμέτε εδά, που τελείωσε να φυσά η Νοθιά, τσι βελάνους 

να μαζώξετε  τα βελάνια για το χοίρο. Ούλοι λένε «αδέ φάει αλάτσι, νόστιμο κρέας  δεν κάνει!.  Αμέτε, και ξιάμου εμένα,  θα σας σε σιάξω και τη φούσκα να παίζετε ταχιά τσι σκολάδες.
        Με τέτοια συργούλια (παρακάλια) έπεμπε η Νικολίνα τα κοπέλια στα βελανίδια! Τα κοπέλια αφρουγκαστερά (υπάκουα), μα και τη φοβούτανε τη μάνα τους, γιατί αν το ‘λεγε του Νικολή, αυτός μόνο που τα στράφενε, παθαίνανε!
      Οι μέρες του 40ήμερου περνούσαν γρήγορα κι οι σκολάδες η μια δίπλα στην άλλη για να σιμώσουν τα Χριστούγεννα
!
 
    Το γουρούνι, πότε με τα χαρούπια και πότε με τα βελανίδια και το πιτεροζούμι με αλάτσι, κάθε μέρα εβάραινε και περισσότερο.

-          Εμήνυσές του, «Εντάξει»;

-          Ναι, ειπέ μου, πως την παραμονή μόλις θ’ αποδιαφωτά θα ν’ έρθει να το σφάξει και πρέπει το νερό να  ‘ναι έτοιμο, για να πέσουμε ούλοι να το μαδήσουμε. Ο Γρηγόρης λέει, πως δεν μπορεί να τα’ ακούσει να μουγκρίζει στο σφάξιμο γιατί το λυπάται και το μικρό δεν είχε ύπνο γιατί ο πατέρας του, ο Νικολής, του ‘ πε πως ανήμερα των Χριστουγέννων θα πήγαινε στα Χανιά τσ’ αδελφής του, τσ’ Αργυρώς, κρέας. Κι η φούσκα που θα σιάζανε από το γουρούνι; Μα την χάριζε ευχαρίστως, στο μικρότερο αδερφό του τον Χαραλάμπη!

  -       Θα φύγεις με το πρωινό λεωφορείο και κατέεις να πάεις στη    θεία σου στο Σαντριβάνι;

  -          Κατέω καλά. Θα πάρω κάτω το δρόμο προς την θάλασσα!

  -       ΄Ελα να σιάξουμε το σακκουλικό. ΄Ελα, σήκωσέ το, σ’ ακούει;

  -          Ακούει μου, μόνο βάλλε κι άλλο.

  -          Θα βάλλω και σκότι να φάτε με τσι ξαδέλφες σου, τη Μαρίκα και την Όλγα! Πάρε τουτανέ τα λεφτά να πληρώσεις το εισιτήριο και να ‘ χεις και χαρτζιλίκι τσι μέρες που θα μείνεις στη Χώρα.

  -          Πόση ώρα θα κάνουμε να πάμε στα Χανιά;

  -          Ε! σιγά-σιγά μιάμιση ώρα!…

Μόλις έφταξε το λεωφορείο στο τέρμα, το κοπελάκι μόλις 10χρονού, κι είδε τα Χανιά άδεια από ανθρώπους, εσηκώσε το σακκουλικό στη πλάτη κι κατηφόρισε προς το Σαντριβάνι.

    Μόλις και είχανε το καφέ, απολούτρουγα, πιωμένο και θωρούνε το κοπέλι φορτωμένο να ‘ρχεται. Επορίσανε ούλοι να το υποδεχτούνε, να το φιλήσουνε και να το ξαλαφρώσουνε από το βάρος που ήτανε δυσανάλογο με την ηλικία του και το μπόι του.

  -          Δεν κρυώνεις αντράκι μου; Με το κοντοπαντέλονο;

  -       ΄Οι, θεια, έχω συνηθίσει …

   -  ΄Ελα να πυρωθείς. Μα θωρώ τα πόδια σου που είναι ολόμπλαβα!

   -          Θεια, που ‘ναι το πυρομάχι σου με την καμινάδα;

  -     Ε, παιδί μου, επαέ έχουμε μόνο μαγκάλι με σπίθα! Ελάτε να φάμε τη σούπα, να ζεσταθούμε κι ύστερα θα πορίσετε βόλιτα με τσι κοπελιές.

   -        Θεια, ξέρετε εγώ…

   -   ΄Ηντα θέλεις, αντράκι μου, ό,τι θες θα το βρούμε και θα το πάρεις!…

  -  Ναι, θεια, εγώ θέλω ν’ αγοράσω μια φούσκα, δικιά μου, μεγάλη και μια στον    αδελφό μου, που τον άφησα να παίζει με τη φούσκα του γουρουνιού!

   -    ΄Ελα, μην κλέεις!

   -     Θεια, ο πατέρας μου, μου ‘δωσε και λεφτά!

   -   Παιδί μου, φούσκες πολλές θα σου πάρουμε εμείς και μπιστολάκι με σούρους!

          Σκουπίστηκε κι ετοιμάστηκε για τη βόλιτα στα μικρομάγαζα που έχουνε τσι μικροχαρές των κοπελιών και τσι φούσκες τις μεγάλες του ταλήρου!…

 

Είσοδος Μελών

mail.google 3
Ιουλ 2208

ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ Φώς στο σκοτάδι, που χαρίζει την ελπίδα, 'Ιριδας χρώματα ξεχύνονται εμπρός σου, Λάμψεις ουράνιες που τρέφουν την πατρίδα, Ωραίου και Αληθινού Ναός όπου Νούς σε προσκύνημα κερί ανάβει Aγάπης, Κάλλους, Πνεύματος. Σε αντάρας πέλαγα, σύ, ω!… Περισσότερα
Οδυσσέας Ελύτης
Μαρ 1840

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ Νεανικά χρόνια Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από τον συνοικισμό Καλαμιάρης της… Περισσότερα
Κωστής Παλαμάς
Μαρ 1629

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας, από τις σπουδαιότερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νέου Ελληνισμού. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής «γενιάς του 1880» και της αποκαλούμενης «Νέας… Περισσότερα