ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΥΡΑΣΚΗ


ΦΩΤΕΙΝΗ ΤΥΡΑΣΚΗ



          Η Φωτεινή Τυράσκη γεννήθηκε το 1967 στην Αθήνα. Με πάππους από τις Κυκλάδες και την Μεσσηνία - όπως η ίδια λέει χαριτολογώντας για την καταγωγή της- συνδυάζει μέσα της και βουνό και θάλασσα…

         Από μικρή ασχολήθηκε με την μουσική, τον χορό, την ζωγραφική, την χειροτεχνία, την ποίηση και την φιλοσοφική σκέψη. Σπούδασε Γραφιστική στα Τ.Ε.Ι. Αθήνας και είναι μητέρα 2 παιδιών.

     

Ποιήματα

 

 Απ’ τη Νάξο…

Εκεί μακρυά που ‘χω χαθεί,

-στον νου άλλον κανένα-

σε μιά ‘κκλησιά έχω σταθεί

και σκέφτομαι εσένα.

Κι είπα, ν’ ανάψω ένα κερί,

να μπω, να προσκυνήσω,

η Παναγιά να ευλογεί,

γρήγορα να γυρίσω.

Κι ύστερα, μπρος στη θάλασσα

που απέραντη γαλάζια

απλώνεται, παρακαλώ

να μη μου κάνει νάζια.

-«Άσε με στην αγάπη μου

γοργά να πάω, κυρά μου

και να σου δώσω τη μισή,

που θά ’χω, απ’ τη χαρά μου»

Κι η θάλασσα μού απαντά

σα νά ‘βγαλε ντελάλη

-«Αν είν’ για την αγάπη σου

να πας γοργά, χαλάλι…»

-«Σ’ ευχαριστώ Παντάνασσα,

κυρά μου δίχως πάτο

και Άη Νικόλα που βοηθάς

απ’ το καντήλι κάτω!»

kyklades 3

Καράβι η αγάπη μας και πήγαινε… πήγαινε…

Κι έφτασε ως την άκρη του κόσμου…

κι ύστερα πέταξε…

ΟΟΟ

 

Δημοτικό

Αητός εβγήκεν παγανιά

κι η γη τονε τρομάσει,

γιατί απ’ την αετοφωλιά

κατέβηκε, τ’ αστέρια,

που όλα μαζί παραμιλούν

«Πού φεύγεις, πού πηγαίνεις;»

-«Πηγαίνω για να πιώ νερό

και πίσω θα γυρίσω…»

Παραμιλούσε η συννεφιά

τόσο που αυτός πετούσε

«Αητός στη γη κατέβηκε

να πιεί λίγο νεράκι…»

Στον βράχο πάνω που πατεί

τρέμει τη γη ως τα μέσα

κι όπως ξύνει το ράμφος του

τα έγκατα μουγκρίζουν,

παραμιλάνε τα βουνά,

παραμιλούν οι κάμποι,

λίμνες, ποτάμια και πηγές

όλα παραμιλάνε…

Στην θάλασσαν ακούμπησε

να πλύνει τα φτερά του,

το κύμα, πάει, παραμιλάει

μ’ αφρό και με αρμύρα.

Παραμιλάνε κι οι βυθοί

μ’ όλα τα ψάρια μέσα,

παραμιλούν τα ηφαίστεια

κι όλα παραμιλάνε…

Και πάει στη βρύση για νερό.

Μιά νιά γεμίζει στάμνα,

μα στη θωριά του τρόμαξε,

πάει το σταμνί και σπάει.

-«Όφου! και τώρα η έρημη

ίντα ‘χω να γεμίσω;

Με τί θα πάω στο σπίτι μου;»

κλαίει και παραμιλάει.

-«Έλα γλυκιά κοπέλα μου

μην κλαίς και μη μου τρέμεις!»

και κάτω απ’ τις φτερούγες του

βάζει και την ζεσταίνει.

Κι έπειτα της ζητάει νερό

«Δωσ’ μου κι εμένα λίγο…»

κι αφού σταμνί δεν έμεινε

τις χούφτες της γεμίζει.

Πίνει νερό απ’ τα χέρια της,

γίνεται παλικάρι.

Φιλί γλυκό κι ενώνονται

και φεύγουν ως τ’ αστέρια,

που όλα μαζί παραμιλούν

και τους καλωσορίζουν,

ως κι οι αγγέλοι χαίρονται

κι όλοι παραμιλάνε…

ΟΟΟ

Όταν με βλέπεις με τα μάτια της ψυχής,

«κούκλα» με βρίσκεις και μου λες πως είμ’ ωραία…

μα πέφτω, ακόμα κι ούτε λέξη αν δε μου πεις

και πάλι μες στην αγκαλιά σου τη μοιραία.


Όταν σε βλέπω με τα μάτια της ψυχής,

άνδρα σοφό, μαζί και έφηβο κοιτάω,

σε αγκαλιάζω μες στο πέλαο της στιγμής

και μια ψυχή μέσα στα χέρια μου κρατάω.


Όταν μας βλέπω με τα μάτια της ψυχής,

ίδιοι μ’ αγγέλους φτερουγίζουμε μπροστά μου,

που_ίσως μονάχοι τους να ήταν ελλιπείς,

άδειοι και μόνοι, σκοτεινοί, πεσμένοι χάμου…


TO KITRINO POYKAMISO

Αυτό που ζω μαζί σου

Θέλω_ό,τι ζω στην αγκαλιά σου να το γράψω,

μα παραμύθι, ίσως το δεις και θες να πάψω,

υπερβολή, ίσως και φαντασίας κύημα,

όμως αυτό που ζω μαζί σου είναι ποίημα…

Με διαπερνάς με νου, με βέλη και με δόρατα…

Πώς να ξεφύγω απ’ τα δίχτυα σου τ’ αόρατα;

σαν με κρατάς σε χάους και μέθης όμηρο,

όταν αυτό που ζω μαζί σου είναι όνειρο…

Κι όταν μακριά σου εγώ βρεθώ –τι να το κάνω;-

κι ας μου χαρίζουν θρόνους στα αστέρια πάνω…

Χωρίς εσένα, όλα, ορφάνια είναι και άβυσσος,

όταν αυτό που ζω μαζί σου είναι παράδεισος…

ΟΟΟ

Άκουσα μια περιγραφή δυό φίλων κι εραστών,

που πρώτη-πρώτη μου φορά με πιάσανε τα γέλια…

Είναι αυτή περιγραφή δυό αδερφών ψυχών;

Μάγνητας ο ένας ήτανε, περιχυμένος μέλια…

Και δε σταμάτησε εδώ, φίλε μου, το αστείο

γιατί και στη συνέχεια, τα γέλια ούκ ολίγα…

αφού αυτοί, στα σίγουρα, θα πάρουνε βραβείο,

καθώς ο άλλος ήτανε σαν …σιδερένια μύγα!

Για σκέψου, λοιπόν, κόλλημα που πάθανε κι οι δυό!

Ο μάγνητας δεν άφηνε τη μύγα για να φύγει

κι η μύγα αφού δεν άφηνε το μέλι το γλυκό,

με μιάν αιώνια ένωση αυτή_η_ιστορία λήγει…

ΟΟΟ

Μακριά σου νά ’μαι ή δίπλα σου;

δεν ξέρω να διαλέξω!

Κι ίσως κορώνα-γράμματα

τη μοίρα μου να παίξω,

που όταν στα χέρια με κρατάς

-κερί- τρέμω και λιώνω

κι όταν μακριά σου βρίσκομαι

μου λείπει τ’ οξυγόνο.

Κερί που σιγοκαίγεται

και πότε μπουρλοτιάζει,

πότε κεράκι της Λαμπρής,

πότε της λάβας, μοιάζει.

Πάνω που πάει να σβηστεί

εσύ ποτέ δεν παύεις,

βάζεις στ’ αστέρια πυρκαγιά,

τη φλόγα μου ν’ ανάβεις.

H GIAGIA MOU

Από απάτητη κορφή μοιάζει μ’ αγνάντεμα,

μαζί σαν είμαστε και βλέπω όλη την Πλάση,

μοιάζει με πλέξιμο διχτυών, μοιάζει με μάγεμα,

μοιάζει μ’ αγκίστρι που γερά με έχει πιάσει…

Μα κι αν μπορώ, δεν θέλω πλέον να ξεφύγω

και πότε φτάνω στην κορφή, πότε στον πάτο.

Κι εσύ, Θεέ, αν μας κοιτάς, στείλε μας λίγο

Άκτιστο Φώς, να μας φωτίζει εδώ κάτω…


ΟΟΟ

Απ’ την αρχή του χρόνου πλέουμε μαζί,

σα δυό σταγόνες που απαντώνται και χωρίζουν,

σα δυό σταγόνες που δε λεν ν’ αφήσουν την πηγή,

σταγόνες που τη θάλασσα_αποφεύγουν και πισωγυρίζουν.

Και μες σ’ αυτό του χρόνου το στροβίλισμα

σα να κουράστηκα κι είπα να ξαποστάσω

και στου χειμάρρου ν’ αφεθώ το κατρακύλισμα,

να αφεθώ και ως τη θάλασσα να φτάσω.

Μα όμως του κόσμου τα πάνω-κάτω γύρισαν,

μπερδεύτηκα ποια είναι αρχή και τέλος,

πηγή και θάλασσα με τα νερά τους με πλημμύρισαν

και της πυξίδας μου τρελλάθηκε το βέλος.

Τώρα θυμάμαι… με πάθος κάποτε_έλεγα

«Πάρε με Θέ μου και μη με φέρεις πίσω!»

και τώρα λέω κι ίσως τα πάντα να έδινα

«Δώσε ζωή, Θέ μου, μαζί του για να ζήσω!»

ΟΟΟ

Μες στην ψυχή μου, σημάδια έχω,

από αλυσίδες που δέθηκαν γερά και μας ενώσαν…

Μες στης ψυχής μου τον βυθό,

της άγκυρας σημάδια, βαθιά, να με πονάνε…

Μες στην ψυχή μου, καράβι ακυβέρνητο,

η καρδιά θαλασσοδέρνεται…

Μες στην ψυχή μου, σημάδια έχω

των κάβων που λυθήκαν…

ΟΟΟ

Από τη συλλογή «Παραληρήματα»

Κι έτσι μια μέρα σα ν’ άνοιξες το κουτί της Πανδώρας κι από μέσα ξεπήδησαν όλ’ αυτά που τόσα χρόνια αδημονούσαν να βγουν και ξεχύθηκαν, άλλα σαν μανιασμένα, τρέχοντας ως την άκρη του κόσμου κι άλλα, ελαφροπετώντας σαν πεταλούδες, γέμισαν το δωμάτιο κι έκατσαν πάνω μας ανοιγοκλείνοντας τα όμορφα φτερά τους. Και σ’ όλη αυτή την ταραχή, τί να μαζέψεις πίσω και πού να χωρέσουν;

Σα να ‘γινε το κουτί πολύ μικρό. Σαν, όσο άδειαζε, να μίκραινε κι αυτά ν’ απλώνονταν όλο και πιο μακριά για ν’ αγκαλιάσουν τον κόσμο. Και τώρα; Μήπως θα έρθει τιμωρία απ’ τους Θεούς ή απ’ τις Μοίρες ήταν δοσμένο για να γίνει; Τί θα φωνάξεις, τώρα, ικέτης; «Θεοί, έλεος!» ή «Κόρες του Χρόνου, νήμα φιάξτε ατέλειωτο, να πλέκετε ως τα βάθη των αιώνων!»

TO ALOGO

Από τη συλλογή «Παραληρήματα»

Ήταν ένα ηλιόλουστο πρωινό. Τότε σε είδα για πρώτη φορά και η ψυχή μου σε αναγνώρισε. Και η καρδιά μου με πήρε από το χέρι και μ’ έφερε κοντά σου.

Όμως, ο νους δεν μπορούσε να σκεφτεί, να το χωρέσει, να συνειδητοποιήσει. Κι από τότε, κομμάτι-κομμάτι, κύτταρο-κύτταρο, σε πλησιάζω όλο και πιο πολύ, κολλάω πάνω σου, μπαίνω μέσα σου κι εκεί υπάρχω… Μισή μέσα, μισή έξω, μέχρι να μ’ απορροφήσεις ολόκληρη… Μέχρι να γίνεις ένας Άνδρας που περιέχει Γυναίκα, μέχρι να γίνω μιά Γυναίκα που περιβάλλεται από Άνδρα. Και φαντάζομαι, τότε όλα θ’ αρχίσουν…  

ΟΟΟ

Αγνάντευα το πέλαγος, τα κύματα της θάλασσας, τους γλάρους που βουτούσαν, όλην αυτή την ανεμελιά και σκεφτόμουν εσένα... Κι ήσουν εσύ η θάλασσα κι εγώ ο γλάρος που απεγνωσμένα προσπαθούσε για ένα χάδι-παιχνίδισμα, φιλί-θησαυρό, ανάσα-ζωή… Κι ήταν τόση η λαχτάρα της ένωσης, που όλα θάμπωσαν. Σαν πινελιά ακουαρέλας, γλάροι και κύματα έγιναν ένα…

ΟΟΟ

Άμα θα φύγει, ξαφνικά, ο ένας απ’ τους δύο

-κι είναι σκέψη που μού ’ρχεται συχνά μες στο μυαλό-

ποτέ εμείς δε θα το πούμ’, αγάπη μου, τ’ αντίο,

βράχος εσύ και κύμα εγώ που βρέχει το γιαλό.

Κι όσο λατρέψαμε το βιός που ο Θεός μας δίνει,

οι ώρες πού ‘μαστε μαζί κι η κάθε μας στιγμή,

είναι βαριά κληρονομιά κι είναι μεγάλη ευθύνη,

να τις σκεφτούμ’ όλες προτού μας πνίξουν οι λυγμοί.


Κι αντί στην πίκρα βυθιστώ κι εσύ στη στεναχώρια,

να ευχαριστούμε τον Θεό για όσα έχουν γίνει,

να ζει γεμάτη, δυνατή, η αγάπη αυτή η πανώρια

και στην αιωνιότητα, πάντα εκεί, να μείνει.

Φύσημα_αγέρα εγώ κι εσύ γαλάζια ανεμώνα,

με ανοιχτή την αγκαλιά, να ‘ρθώ, με καρτεράς

κι αν απ’ τα μάτια τρέξουνε σαν χείμαρροι χειμώνα

λύπης μην είναι δάκρυα, μα δάκρυα χαράς…


ΟΟΟ

Κάποια μέρα ένας φίλος μού ζήτησε να του γράψω, σε μορφή ακροστιχίδας, λίγους στίχους για να τους αφιερώσει σε αγαπημένο του πρόσωπο. Η ...πολυσύνθετη λέξη της ακροστιχίδας, ήταν για μένα μια πρόκληση και το τελικό αποτέλεσμα άξιζε να καταγραφεί…

Μηδέ_ένα ζώο στεριανό

Που πιλαλά_όλη μέρα,

Ούτε πουλί πετούμενο

Υπάρχει που λαλάει

Για πίκρες και για βάσανα

Απ’ τον Θεό τον Έρω

Ρίχνει σαϊτιές, ρίχνει γητιές

Ιδια πύρινα βέλη

Να πυρπολούνε τις καρδιές

Οσο κρατά η ορμή τους

Και σκόνη όλα να γίνονται…

Ανθρωπος μοναχά πονά

Ρίχνεται στα πελάη

Δέρνεται κι ύστερα ψηλά

Ουράνια του ξανοίγουν

Υλη και φως των αστεριών

Λάμπουν μες την ψυχή του.

Όλα αυτά τα άκουσα…

Ψάχνω αν είν’ αλήθεια!

Ισαμε πού θα φτάσω πιά;

Χάμω θα βρω την άκρη;

Ουράνια; Τ’ ανέβηκα.

Υστερα πού να πάω;

Λίγη συμπόνια ουρανοί!

‘Ισως να βρω τον δρόμο

Να φτάσω στην αγάπη μου,

Ιδιο πύρινο βέλος…


MARIA

 

Το ποίημα αυτό, έχει δημοσιευθεί από τις εκδόσεις ΙΩΛΚΟΣ, στο «Ποιητικό Ημερολόγιο 2014».

Αστερόσκονη…

Ποτίζει η γη τον ουρανό; Πουλί πάει στο φεγγάρι;

Το μήλο άνθος γίνεται; Τον γρίφο πώς θα λύσω;

Εδώ πού’ρθες κι ακούμπησες δεν είναι μαξιλάρι…

πεσμένη αστερόσκονη, πώς θα γυρίσεις πίσω;  

Πεσμένη αστερόσκονη… -μ’ αόρατα σκοινιά-

εμείς, της Σάρκας δέσμιοι και πνεύματα αλευτέρωτα,

γονυπετείς παλεύουμε –άγκυρα και θηλιά-

εκλιπαρώντας λύτρωση με τους λυγμούς του Έρωτα…

 ΟΟΟ

Μαζί σου

Μαζί σου, χωρίς νόημα το «εσένα» και το «εμένα»

όταν μαζί σου μπλέχτηκε ο πόνος κι η χαρά,

πώς να μιλώ, αγάπη μου, για σε; αφού ειμαστ΄ένα,

όλα μαζί σου ήτανε σαν «πρώτη μας φορά»…

Μαζί σου η μέρα γίνεται μία καινούρια μέρα,

όταν μαζί σου η ψυχή στα σύννεφα πετά,

καθώς μαζί σου χάνομαι πιο πέρα κι απ΄το «πέρα»,

γιατί μαζί σου τίποτα και όλα είν΄αρκετά…

ΟΟΟ

Μια βόλτα με το τρόλεϊ

Κι όπως περνούσαμε μέσ’ απ’ την κίνηση και τη φασαρία, κάπου κοντά στον Ναό του Διός, εκεί πού ‘χει άπλα, δέσποζε στο βάθος, σιωπηλά κι ειρηνικά, ο Υμηττός μου. Πόσο αγαπάω αυτό το βουνό! Το βουνό όπου βρίσκεται το σπίτι μου, εκεί που μεγάλωσα, το βουνό που έχω χιλιοπερπατήσει…
Κι έτσι όπως έστριψε το τρόλεϊ, να και η Ακρόπολη! Πάνω από πολυκατοικίες και κεραίες, μ’ ένα θλιμμένο χαμόγελο «Είμαι εδώ…»
Θεέ μου, πώς λατρεύω αυτή την πόλη, μ’ όλη την αίγλη της την αρχαία κι όλη τη βρώμα της την σημερινή…
Τη λατρεύω και τη μισώ συνάμα, όπως τον εαυτό μου.
Με τον ίδιο τρόπο, μισώ τη βρωμιά που κουβαλάει η σάρκα μου και λατρεύω την αίγλη της αρχαιότητας της ψυχής μου, που σαν Ακρόπολη, θλιμμένα, φωτίζει «Είμαι εδώ…»

ΟΟΟ

Συχνά περνούσαν καράβια από τον κάβο της Παναγιάς.
Κι εμείς, φανέλες και πουκάμισα κουνούσαμε για να τα χαιρετάμε, καλό ταξείδι νά ‘χουνε…
Κι εκείνα απαντούσαν…

AQUARELLE PROSOPIKOTHTA

Πώς;

Μιά πιθυμιά στη ζήση μου που την καρδιά μου καίει

και μιάν ερώτηση του νου πού ν’ απαντήσω… πώς;

να βάλω μέσα μου, βαθιά, να φέγγει και να ρέει

το γαλανό της θάλασσας και τ’ ουρανού το φως;

οοο

Ποίημα γραμμένο για τα παιδιά μου που σε μικρή ηλικία τσακώνονταν συνεχώς και με έφταναν στα όρια της απελπισίας…

Σε δουλειά να βρισκόμαστε…

Σαν γάτοι που τσακώνονται πάνω στα κεραμίδια,

κάνουνε τα παιδάκια μου σαν πιάνουνε καβγά,

κοκόροι ξεπουπούλιαστοι ή τσαντισμένα γίδια

κι είναι, σου λέω μάτια μου, να τους πετάς αυγά!

Σαν γάϊδαροι που τρώγονται, σαν χήνες που μαδιώνται,

σαν τα σκυλιά, τις ύαινες και τ’ άγρια της φύσης…

«Γιατί έτσι να μαλώνουνε;» όλοι αναρωτιώνται

κι εγώ την άκρη, ανέλπιδα, ψάχνω να βρω, της λύσης…

TA PAPOYTSIA

Ευχές εμπνευσμένες από την επέτειο γάμου φιλικού ζεύγους. Αφιερωμένο σ’ όλα τα ζευγάρια του κόσμου, με αγάπη…

Γεμάτη νά ’χετε καρδιά μ’ αγάπη και ειρήνη,

με μυρωδιές, τον κήπο σας, τριαντάφυλλων και δυόσμου,

γεμάτα τα ποτήρια σας απ’ του Θεού την κρήνη,

γεμάτο και το σπίτι σας με τα καλά του κόσμου…

Ότι και να περάσετε, καλοκαιριές ή μπόρες,

όπου και αν καθόσαστε, σε θρόνο ή σε σκαμνί,

της ευτυχίας τις στιγμές να τις μετράτε σ’ ώρες

και έτσι να γεμίζετε του Χρόνου το σταμνί…


οοο

Τέτοιο βαθύ ερώτημα απ’ τον καιρό του Κάϊν…

Ο Χρόνος κυνηγά το Φως και φέρνει τόσον πόνο;

Το πρόβλημα δεν τό ‘λυσε ούτε ο Αϊνστάϊν…

Ή μήπως κυνηγά το Φως, ανάλγητα, τον Χρόνο;

kyklades 4



Ελλάδα

Ελλάδα χώρα μαγική,

Ελλάδα χώρα του ήλιου,

τ’ ανέμου και της θάλασσας,

Σοφία της υφηλίου.

Ό,τι κι αν πω για σένανε,

δε λέγεται με λόγια,

δε ζωγραφίζεται η καρδιά,

δεν τραγουδιέται η φλόγα...

οοο

Η μαγική μου χώρα...

Δε γνωρίζει σύνορα, δε γνωρίζει όρους. Σε κάνει να μεθάς, ν’ αγαπάς, να πιστεύεις. Με μια δύναμη σχεδόν κοσμική και ξένος να ’σαι και βάρβαρος και άμουσος, τρυπώνει στην καρδιά σου και σε κάνει δική της.

Κάπου θα βρει μέσα σου την κρυμμένη χορδή και θα την πάλλει. Θάλασσες υπάρχουν κι αλλού και βράχια και σπίτια… Όμως είν’ ο τόπος τούτος, ο μαγεμένος, που τα κάνει όλα.

Δε χτίστηκαν τυχαία οι Δελφοί, η Επίδαυρος, η Ολυμπία, ο Παρθενώνας.
Ούτε οι Καβοκολώνες ατενίζουν, αιώνες τώρα, μάταια το πέλαγος.

Ούτε ελιά ελληνική αλλού στον κόσμο θα γευτείς κι ούτ’ έξω από την Αττική θα πιείς κρασί ρετσίνα!
Κι Έλληνας είν’ όποιος έχει τη λεβεντιά στη ψυχή και βλέμμα στο απέραντο γαλάζιο..


οοο

      

Πόσοι πολέμησαν!

Πόσοι πολέμησαν για εσέ,

πόσοι θυσιαστήκαν;

Πόσοι λεβέντες και παιδιά

για χάρη σου χαθήκαν!

Όλοι εσένα ψάχνουνε

μα πουθενά δεν είσαι,

σαν ένα άπιαστο_όνειρο

τον γρίφο σου πια λύσε…

Δείξε μας πότε θα φανείς,

πότε χαρά θα γίνει;

Ματοβαμμένο πάντοτε

το όνομά σου Ειρήνη…!


NIKH

 

(Ιερός Ναός της Αγίας του Θεού Σοφίας 2014. Ύστερα από τις προσπάθειες των Τούρκων να τον μετατρέψουν σε τζαμί και μετά τα τελευταία γεγονότα, στις 31 Μαΐου τα ξημερώματα, όπου πάνω από 100.000 μουσουλμάνοι συγκεντρώθηκαν και προσευχήθηκαν μπροστά στον Ναό ζητώντας να ανοίξουν οι πύλες του...)

Στην Αγια-Σοφιά

Βήμα το βήμα, Αγαρηνοί αργά σε πλησιάζουν

και θάλασσα μαζεύονται Οθωμανών τα στίφη,

παραδομένη κι έρημη, να στολιστείς προστάζουν

κι εις του Αλλάχ το όνομα να γονατίσεις νύφη.

Μηδ’ ένα σπάζει μάρμαρο, δεν τρέμουν οι κολώνες

κι ο τρούλλος δεν γκρεμίζεται, μη στέγει τέτοια δόξα...

μένεις ακλόνητα πιστή μέσα εις τους αιώνες,

ο Βασιλιάς σου ως να διαβεί της Πύλης σου τα τόξα.

Παρθένα μου, βεβήλωση στην του Θεού Σοφία

μην επιτρέψεις να συμβεί, ασέβεια μην αφήσεις...

κι όπως θα μπαίνουν στα χρυσά, με θράσος και λοφία,

στρέψε το γιαταγάνι τους, τους Τούρκους να γκρεμίσεις!

οοο

Μιά χούφτα γης

να ξεσβολιάσει ο γεωργός παλεύει ολημερίς

κι από τα μέσα της να βγει ελιά, σταφύλι, στάχυ,

το στάχυ για τη Δήμητρα, ελιά για την Αθήνη,

του Διόνυσου οι βότρυες, γλυκά κρασιά τραγούδια…

Κι όπως τη στύβει, στύβεται κι όπως την κάνει θρύμμα,

θρύμμα κι αυτός κι ενώνεται στη δύναμη που έχει…


Κι άλλοτε πάλι ναυτικός, τα κύματα παλεύει

ως τη στεριά, που νοσταλγεί το χώμα ν’ αγκαλιάσει…

Πατρίδα τό ‘πε η ψυχή και Μάνα η καρδιά του,

στο νου του ήλιος λαμπερός κι αναζητά το σώμα,

μέσα στους κόκκους τους πολλούς, κόκκος κι αυτό να γίνει

στη χούφτα γης, που κλαίει η ψυχή την δύναμη που έχει!


TO BAZO

 Για το τέλος…

Σαν έρθει η ώρα να πεθάνω

ήσυχη αφήστε με στο χώμα επάνω,

ένα να γίνω με τη γη,

να συναντήσω την πηγή

και γιασεμιά να μου μυρίζουν και γεράνια,

σαν η ψυχή μου ανεβαίνει στα ουράνια…

οοο

Ανάσταση 2014

Τα αναστάσιμα τα φώτα απ’ τα κεριά

μες στης ψυχής μου τρεμοσβήνουνε το μαύρο...

πώς περιμένω κι εγώ Ανάσταση να δώ,

πώς περιμένω Αγάπη, Φώς, Γαλήνη νά ‘βρω...

Δος μου, Χριστέ μου, Ελπίδα, Δύναμη ξανά,

δώσε μου Φώτιση, Ελπίδα, Ειρήνη δος μου...

κι η Ανθρωπότης μ’ Άγιο Πνεύμα να λουστεί,

Χριστέ μου εσύ, Χαρά κι Ανάσταση του Κόσμου!

οοο

Όποιος του Χρόνου πέρασε τα βάθη και τη λήθη

και όποιος στροβιλίστηκε στη σπείρα του φωτός,

αυτός ίσως κατάλαβε, πως ν’ αγαπάς τα πλήθη

χωρίς αντάμοιψη, σε πάει στον κήπο του Παντός.

 

PETRA 15

 

Ρητά, ευχές και απορίες…

Όταν βλέπεις γλάρους στη στεριά, λένε πως έχει φουρτούνα στο πέλαγος…

Όταν βλέπεις δάκρυα στα μάτια, λένε πως έχει φουρτούνα η καρδιά…


Ανέκδοτο

Ρωτάει η εξαίρεση τον κανόνα: «Πες μου, τι να κάνω;»


Πρέπει να λάμπεις τόσο, για να ξεφύγεις από την σκιά σου!


Αυτό που πληγώνει δεν είναι το να ζητάς και να μην σου δίνουν.
Είναι το να λες «πάρε» και να μην παίρνει κανείς.


Από τα μεγάλα λάθη των ανθρώπων, είναι που συγχέουν την αγαθότητα με τη βλακεία και την ευαισθησία με την καλοσύνη.


Οι άνθρωποι που μας εκμεταλλεύτηκαν, δεν είναι τόσο ένοχοι όσο νομίζουμε.
Φταίμε κι εμείς που τους αφήσαμε να το κάνουν.


Πρώτα εμείς κάνουμε ευτυχισμένο τον εαυτό μας κι ύστερα οι άλλοι.


Μας είπαν πως Ελευθερία είναι η ασυδοσία και γίναμε ελεύθερα ασύδοτοι…


Σ’ αυτή τη ζωή, ο άνθρωπος μπορεί να είναι υπερήφανος για έναν μόνο λόγο:
Να είναι άξιος να του αποκαλύπτει ο Θεός Τον Λόγο Tου.
Όμως για να το πετύχει, πρέπει να είναι τόσο ταπεινός…!


Λάτρεψαν τον Χριστό και όχι τις διδαχές Του.
Φοβούνται τον Θεό και δεν Τον αγαπούν.
Αναζητούν το χρήμα για να είναι ευτυχισμένοι κι όταν το αποκτούν είναι πιο δυστυχισμένοι από πριν.
Τι συμβαίνει;


Όλα όσα έχω, είναι αυτά που αγαπώ.
Γιατί τα έχω στην καρδιά μου.
Κάνε Θεέ μου, ν’ ανοίξει τόσο, για να Σε χωρέσει ολάκερο…


Τις αλήθειες τις βάζουμε σε μικρά μπουκαλάκια.
Μια μεγάλη δόση μπορεί να σε σκοτώσει.


Κάποτε, το πιο θλιβερό μέρος που είχα δει ήταν ένα εγκαταλελειμμένο σχολείο.
Σήμερα, κάτι πιο θλιβερό: Ένα
COMPUTERGAMES γεμάτο παιδιά.


Αν ακολουθήσεις το μονοπάτι που οδηγεί στον εαυτό σου ποτέ δεν θα χαθείς.
Μα κι αν νομίζεις ότι χάθηκες, τουλάχιστον έχεις χαθεί στο δικό σου δάσος…


Μη στηρίζεσαι στους άλλους παρά μόνο στον εαυτό σου.
Κι αν εκείνος σε προδώσει, τότε ίσως του ζήτησες πολλά!


Ένα καλό σπαθί και ένα όμορφο κόσμημα, έχουν κάτι κοινό:
Και τα δυό, περνούν «διά πυρός και σιδήρου» για να γίνουν αυτό που είναι…


Στο ήθος υπάρχει μέτρο.
Στο μέτρο, αρμονία και ισορροπία.
Η αρμονία και η ισορροπία οδηγούν στην τελειότητα.
Η τελειότητα φέρνει την πλήρωση.
Η πλήρωση κλείνει τον κύκλο.

             

Επίλογος

Δεν υπάρχει τίποτα καινούριο να ειπωθεί.

Η Αλήθεια γράφτηκε και ειπώθηκε από σοφούς και φωτισμένους, ανά τους αιώνες, σε τόσες γλώσσες, με τόσους τρόπους, με λίγες ή πολλές λέξεις, με μικρά έργα ή μεγάλα…

Κι όμως, οι άνθρωποι ακόμα δεν κατάλαβαν.

Και το μόνο που φοβάμαι, μη χαθεί η ελπίδα για τον άνθρωπο…

 

Είσοδος Μελών

mail.google 3
Ιουλ 2175

ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ Φώς στο σκοτάδι, που χαρίζει την ελπίδα, 'Ιριδας χρώματα ξεχύνονται εμπρός σου, Λάμψεις ουράνιες που τρέφουν την πατρίδα, Ωραίου και Αληθινού Ναός όπου Νούς σε προσκύνημα κερί ανάβει Aγάπης, Κάλλους, Πνεύματος. Σε αντάρας πέλαγα, σύ, ω!… Περισσότερα
Οδυσσέας Ελύτης
Μαρ 1786

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ Νεανικά χρόνια Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από τον συνοικισμό Καλαμιάρης της… Περισσότερα
Κωστής Παλαμάς
Μαρ 1588

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας, από τις σπουδαιότερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νέου Ελληνισμού. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής «γενιάς του 1880» και της αποκαλούμενης «Νέας… Περισσότερα