ΠΟΛΥΑΝΘΗ ΒΟΥΤΣΙΝΑ - ΠΟΙΗΣΗ

 

     ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ - ΕΙΚΟΝΕΣ ΜΠΛΕ

 

  Ποίηση
Πολυάνθης Βουτσινά

 

 

ΑΛΛΑ ΔΥΟ ΣΟΝΕΤΑ

 

Μεγαλώνω…

 

           Έφυγαν τόσο γρήγορα τα νιάτα…

            Πότε απέκτησα μεγάλη πείρα;

            Πότε εδιάβηκα την πέρα θύρα;

            Πότε τα όνειρα γίναν φευγάτα;

            ----------------------------------------

            Μες στην καρδιά μου μένω πάντα νέα,

            μα με προδίδει τούτο το σαρκίο

            Μαμά φοβάμαι τ’ άγνωστο θηρίο…

            Μαμά γερνάω κι ας με λες ωραία…

            ----------------------------------------

            Όσο υπάρχεις είμαι η «μικρή σου»

             κι ας έχω άσπρες τούφες στα μαλλιά μου.

             Χορεύει με τον χρόνο το παιδί σου

             ένα τανγκό που θλίβει την καρδιά μου…

             ----------------------------------------

                 Ω, Χρόνε, νά ’σαι τρυφερός μαζί μου…

Μην εξαντλήσεις την απαντοχή μου…

 

                      29 Ιουλίου 2016

                            Κεφαλλονιά μου

 

                    Εφτά σμαράγδια πέσανε στο κύμα.

                    Σε προστατεύει ο δικός σου Άγιος.

                    Ο τόπος σου πανώριος και πανάγιος.

                    Να σε ξεχνά κανείς, μεγάλο κρίμα…

                         ----------------------------------

                    Είσ’ η πατρίδα μου, στο αίμα τρέχεις.

                    Τα νιάτα μου τα έζησα κοντά σου.

                    Νοστάλγησα τα τόσα θαύματά σου.

                    Γεμάτη αντιθέσεις, με κατέχεις.

                    ----------------------------------

                    Κεφαλλονιά μου νά σ’ ευλογημένη.

                    Σε σένα ο πατέρας κι η καρδιά μου.

                    Με μαντολίνα κι άριες δεμένη,

                    υμνώ τις ομορφιές σου στα παιδιά μου…

                           ----------------------------------

                     Εσύ ’σαι η παρτρίδα τ’ Οδυσσέα*,

                     Κεφαλλονιά μου νέα, μα κι αρχαία!!

    -------

            29 Ιουλίου 2016

    * (Συνειδητά το λέω…)

 
ΚΕΦΑΛΛΟΝΙΑ

 

Ίσως μπορείς …

 Αν μπορείς ακόμα να θυμάσαι

 
τα όνειρα που έκανες παιδί…

Ας πούμε… Έλεγες κάποτε:

«Θα γίνω καπετάνιος» (κι ας ήσουν κορίτσι)

Θα ταξιδέψω στα πέλαγα

Θα γνωρίσω από κοντά όσα στα βιβλία έχω διαβάσει…

Θα γίνω Ρομπέν των Δασών

Θ’ ανεβαίνω στα δέντρα (κι ας είμαι κορίτσι)

Θα παραφυλάω τους πλούσιους από δω να περάσουν

Θ’ αρπάζω τα πλούτη τους,

στους φτωχούς θα τα δίνω…

-     
Κάνε Θεέ μου συγγραφέας μεγάλος να γίνω

 Κάτι από την λάμψη του Κρόνιν, του Ουγκώ

ή του Ντοστογιέφσκι, να πάρω!

 

Κι αν μπορείς να θυμάσαι ακόμα:

 

Τ’ όνειρο για τον Ρομπέν…

 (Στο κρεβάτι το παιδικό το έπλεξες

 κάποιες ήρεμες βραδιές…)

 Την αίσθηση ότι έχεις γνωρίσει πολλά,

 την ύφανες με το βιβλίο της Μπροντέ στο πάτωμα αφημένο

 και τη γεύση του τσαγιού στη βικτωριανή βιβλιοθήκη,

 να πλανάται στο κομοδίνο…

 Για καπετάνιος αρμένιζες με τον

 «Δεκαπενταετή πλοίαρχο» του Βερν σιμά στο προσκεφάλι.

 Πρωτοχρονιάτικο δώρο του πατέρα

 από βιβλιοπωλείο της Σάμης…

 Με μία αφιέρωση… Πολύτιμη, μονάκριβη, μοναδική…

 Ως και ντετέκτιβ ετοιμαζόσουνα να γίνεις!

 Μια με τον «Μικρό Ήρωα» κύριο υπεύθυνο,

 μια με την Αγκάθα Κρίστι και του

 Κόναν Ντόϋλ τα μυστικά…

Και μέλος της Ρώσικης κοινωνίας εγινόσουν, *

 χάρη στον Λέοντα Τολστόϊ, κι εκείνο το υπέροχο

 

«Ταπεινωμένοι και Καταφρονεμένοι» του άλλου

 μεγάλου, βασανισμένου συγγραφέα με τις φοβερές **

 περιγραφές της πατρικής απελπισίας και στοργής,

 να σε λιώνουν κυριολεκτικά…

 Ενώ συνάμα, ρίγη ανείπωτης ψυχικής αναταραχής

 δεχόσουνα ευλαβικά απ’ τον Επτανησιώτη, λεοντόκαρδο Βαλαωρίτη

 και τους «αγίους» Σολωμό, Παλαμά και Ρίτσο.

 

Κι αν όλα τούτα τα θυμάσαι ακόμα

 τώρα που τα χρόνια έχουν διαβεί σημαντικά

 Κι αν ακόμα θυμάσαι πού, πότε και πώς

 στο νους σου τα έπλεκες γαϊτανάκι

Ε, τότε χαμογέλα

γιατί παιδί ακόμα είσαι...

Καρδιά νεανική στα στήθια σου χτυπά.

Κάτι απ’ την ομορφιά των παλιών μέσα σου έχει μείνει…

Κι αυτό είναι η δύναμή σου,

το όπλο στο το μυστικό:

Χαρμάνι από όνειρο και πάθος στην ψυχή σου…

Λίγο απ’ την Μαίρη Πόπινς

Κάτι απ’ τον Πήτερ Παν

Μια δόση απ’ τον Εμπενίζερ Σκρουτζ και τον Όλιβερ Τουίστ

Δυο στάλες μυστήριο Ηρακλή Πουαρό και ομιχλώδη φόντο

από τον δαιμόνιο Σέρλοκ Χολμς.

Δροσιά και ένταση απ’ το διαχρονικό «Εν Ονόματι». ***


Συγκίνηση απ’ τον αξεπέραστο «Ασπροδόντη» του
Λόντον

Κι ήλιος, ουράνια τόξα από τα έργα του Ντίσνεϊ.

Νοσταλγία από Αγγλικά Χριστούγεννα

στο ατμοσφαιρικό γράψιμο του Ντίκενς

Και πάθος, φλόγα απ’ τον Αλέξανδρο τον Μέγα,

τον Έναν, τον Μοναδικό…

Και περηφάνια από τον Λεωνίδα, τον Περικλή, τον Διάκο

τον Νικηταρά, το αίμα του Σαράντα. ****

Μα και πόνος, πόνος ατελείωτος,

αξεπέραστος, βασανιστικός

από την Σμύρνη την βασανισμένη

και την σκλαβωμένη, αλύτρωτη Αγιά – Σοφιά.

Καημός αγιάτρευτος, μεγάλος, εθνικός…

Τούτα γίνανε η ασπίδα σου

Το μυστικό, γερό κράτημά σου μέσα στη ζωή

Το φευγιό σου κάποιες ώρες απόδρασης

Αναστήλωσης

Αναθάρρυνσης…

Πολύτιμα, ανεκτίμητα φλουριά κληροδοτήματος

στους επερχόμενους βλαστούς σου…

Αν ακόμα μπορείς λοιπόν να θυμάσαι

Αν ακόμα μπορείς να μπαίνεις ξανά

στα λαγαρά στενά των παιδικών και εφηβικών σου ονείρων

-      μονοπάτια γεμάτα ελπίδα, δημιουργία και αισιοδοξία -

Αν μπορείς ακόμα να προστρέχεις

σε θέματα άλλης υπόστασης, θέματα πλατιά

που δεν τα καταβροχθίζει η έγνοια της βιοτικής μέριμνας,

ε, τότε είσαι πολύ τυχερός…

Πολλά ακόμα μπορείς να προσφέρεις

Και το «δειλινό» είναι εισέτι πολύ μακριά…

Δώρο τρανό της γνώσης,

δώρο ενός αεικίνητου, αγέραστου μυαλού.

Δώρο της «ομορφιάς»…

-------------------------------------

       ** Ντοστογιέφσκι

 

       *** Αντώνη Σαμαράκη

       **** Έπος του 1940

 

Εικόνες μπλε


Η θάλασσα απέναντι ζωντανή, τρεμουλιαστή, γαλάζια.

Έναν τόνο πιο σκούρο τα κοντινά βουνά.

Αραχνοΰφαντο γαλάζιο, τα μακρινά.

Ζαχαρί γαλανό ο ουρανός.

Στην παμπ μπροστά, άσπρες καρέκλες και τραπεζάκια δίπλα στο κύμα.

 

Στο μαγνητόφωνο το «Ραναγουέη» του Ντελ Σάννον.

Στο μπαρ σερβίρει ποτά ο εικοσάχρονος νησιώτης.

Λίγοι ακόμα οι πελάτες. Δυο ζευγάρια μόνον, στο γέρμα του ήλιου.

Άσπρο, γαλάζιο και νιάτα…

Κι εγώ, στ’ αντίπερο σπιτάκι, παρατηρητής.

Τσετσέλια, χαρτάκια και τζατζαμίνια ένα γύρω.

Στην πάνινη πολυθρόνα μου ακουμπά η καρδιά μου γεμάτη πέλαγα.

Ιόνιο γαλάζιο, αφροστόλιστο, καθάριο, μαγικό.

Οι ρίζες... Η σκέψη, το τρέμουλο της ψυχής…

Οι αναμνήσεις…

Φύκια στα πόδια, βότσαλα στα χέρια, άνεμοι στα μαλλιά

Η ανάσα της θάλασσας σ’ ένα κοχύλι, πάνω στ’ αυτί σου.

Ένα σεντούκι κροκάλες του Μύρτου.

Και γοργόνας όνειρα… Ο Μύρτος

Κόλποι αστραφτεροί, άσπροι στα ριζά γκρεμού.

Νερό αρσενικό, πλάσμα ζωντανό, αντρίκιο…

Θεότητα αρσενικιά που καιροφυλακτεί.

Μόνο το βράδυ ζωντανεύει και βγαίνει σεργιάνι

                                                 στην άσπρη άμμο.

Σημάδια, ίχνη από μνήμες παλιές που σβήνουν το θαμποχάραμα

Κι ο Θεός το πρωί νερό πάλι... Απέραντο, γαλάζιο,

βαθύ, τρεμουλιαστό, γλαρό, βελούδινο και μυστικό.

Σπηλιές για κρυψώνες τριτώνων.

Θεόρατα σκοτεινά ανοίγματα της ψυχής και των βράχων.

Χλωμές πριγκίπισσες πάνω στο κάστρο και ποπολάροι στις στράτες.

Βεντάλιες βενετσιάνικες, ομπρελίνα μεταξωτά, καντρίλιες και μπόλια υφαντή. Καντάδα, αριέτες, λαντώ και βάρκες.

Μία μπουρού κι η σκέψη πειρατής, κουρσάρος στο πέλαγος…

Ένα ημίψηλο κοντά σε μιά βάρκα…

Κι ένας πύρινος ριζοσπάστης στη φλόγα του αγώνα…

Τα φώτα αντίκρυ άναψαν και οι σκιές πλήθυναν.

Ο φλοίσβος στ’ αυτιά, κιθάρα π’ ακομπανιάρει…

Τα νιάτα κει στον καφενέ, σκεπάσανε τον χώρο.

Στον δρόμο ανάμεσά μας, βολτάρει το σήμερα.

Διάφανη πορσελάνη, το γαλάζιο γύρω μου.

Η θάλασσα ηρέμησε τελείως, κουρασμένη.

Ίσως το βράδυ βγουν απ’ τα νερά, οράματα και θρύλοι…

Την ώρα που το φεγγάρι κυρίαρχο θα γράφει

το διάβα του στην ουρανοστράτα…

Την ώρα που τ’ αστέρια θα γυαλίζονται στο λιμάνι μαζί με το νέον…

Την ώρα που ο γαλαξίας θα χύνεται γλαυκός στο στερέωμα,

Τότε, ίσως , ίσως ζωντανέψουν φιγούρες, ιστορίες και κοιτάγματα του χθες…

Τώρα, το πλοίο μπήκε στο λιμάνι

Η νέα ζωή, ανέμελη περπατεί.

Το κόκκινο χαρτάκι* με το τρυφερό, παχουλό κεφαλάκι του 

στολίζει το παρτέρι.
                              

Τα παιδιά είναι στην αλάνα.

Η καρδιά μου μόνη, βουτηγμένη στο πέλαγος…

Γαλάζιο, βαθύ, ζωντανό, τρεμουλιαστό Ιόνιο…

Και στο πικ-απ απέναντι

το «Ραναγουέη» *…

                                                  16/8/1990

------------------------------------------------------------------

Σ.Σ.1 χαρτάκι: Λουλούδι με πολλά πέταλα και χρώματα (όπως και τα «κατσαρά» τσετσέλια).

Σ.Σ.2 «Ραναγουέη»: είναι το γνωστότατο «runaway» του DelShannon.

Σ.Σ.3 Οι εικόνες είναι ίδιες… Πανέμορφες μέχρι σήμερα… Και θα είναι…

 

*

(Για να μην ξεχνάμε κάθε 13 του Δεκέμβρη ένα

από τα τόσα ολοκαυτώματα της πατρίδας μας)

 

Καλάβρυτα

Μέσ΄απ' τις μνήμες των ανθρώπων                      Τα χρόνια κύλησαν και ήρθε

ποτέ δεν πρέπει να σβηστεί                                  στη χώρα πάλι Λευτεριά.

στων Καλαβρύτων η θυσία                                   Μα, δεν ξεθώριασαν οι μνήμες...

που στα ουράνια έχει γραφτεί.                              Θα μένουν πάντα στην καρδιά.

 

Κείνα τα χρόνια που το ΄Εθνος                              Το μέρος πού 'πεσαν οι άντρες

στενάζει κάτω απ' το ζυγό,                                     θα δείχνει σ΄όλους τους λαούς

οι Γερμανοί σκορπούν τη βία,                                  πως στην  Ελλάδα πολεμάνε

την αδικία, τον καημό...                                          οι πάντες, όπως τους Θεούς...

 

Και στα Καλάβρυτα μια μέρα                                   "Τόπος θυσίας" απλά γράφει

σκορπούν θανάτου μαχαιριά:                                   στης μοίρας, κείνο το στρατί

  Τους άντρες όλους ξεκληρίζουν,                               Κι ένας Λευκός Σταυρός υπάρχει

γέρους, λεβέντες και παιδιά...                                   για να θυμούνται οι θνητοί.


  Τι ολοκαύτωμα είν' τούτο;                                         Ελλάδα, χώρα των ηρώων,

θρηνούν οι πέτρες, τα βουνά...                                  ανθούν σε κάθε σου γωνιά

Το βράδυ οι μάνες με τα νύχια,                                  τιμή, αντρεία, ελευθερία,

ανοίγουν τάφους, κλαιν βουβά...                                που 'ναι βαριά κληρονομιά...
 

(Φθινόπωρο 1998)

Σ.Σ. Τραγική ημέρα θυσίας 13/12/1943.


(Για τον κάθε «ξεχωριστό» που ζει ανάμεσά μας…)

    ΑΣΠΑΣΜΟΣ  

 

(Οκτώβριος 1973)

 

Ήτανε νιος που πλεύριζε σιμά τα εικοσιτρία.


Ψηλός, κυπαρισσόκορμος, λεβεντονιού θεωριά.

   Λαμπάδιαζε, καιγότανε μ’ ιδανικά κι ιδέες

-χρυσαϊτός- και δέσποζε στ’ αντικρινά χωριά.

 
   Ήτανε βράδυ κι έσφρυζε από ζωντάνια η πλάση.

Ξεδίπλωνεν ο ζέφυρος τα μενεξί φτερά…


   Νανούριζε τα πέλαγα το ασημένιο χάος.

   Κάποιο αστέρι έπεσε σε σύννεφα φυρά.


Μέσα σε κήπο κούρνιαζε - σαν φως - το παλικάρι.

 
Σύντροφοι ξεκουράζονταν ωσότου η πούλια βγεί.

 
Εστάζανε του φεγγαριού οι χρυσαφένιες χάντρες

 
επάνω στα ωριόμαλλα που, σούρνονταν στη γη…

 


Ο υστερνός ο σύντροφος είχε στον κήπο φέρει

 
μια σπείρα ανθρώπων πού ’βλεπαν τριγύρω εχθρικά…

 
Εζώνανε τον όμιλο σε σιδερένι’ αρπάγη,

 
τσαλαπατούσανε τη γη βαριά, βαρβαρικά.

 

Άτιμο Γιούδα το φιλί που έδωσες στον φίλο…

 
Πώς θα μπορέσεις άπονε να βρεις απανεμιά;

 
Η βδελυρή η πράξη σου βρόγχος σκληρός θα γένει

 
για να σου σφίξει τον λαιμό - συγχώρεση καμιά.

 

«Γεθσημανή» στον κήπο σου, πόσες φορές γινήκαν

 
δράματα χίλια όμοια, δακρύβρεχτα, φριχτά…

 
Έχει γεμίσει όλη η γη Γεθσημανές και Γιούδες

 
απ’ όπου χρυσοόνειρα γκρεμίζονται πνιχτά…

 
    Μα εκείνος ο λεβεντονιός δεν χάθηκε στο γέρμα.

 
Σε κάθε μία εποχή ορθώνεται τρανός.

 
Ζει σήμερα και πάντοτε και αύριο και τώρα

 
και φωταυγάζει αμάραντος, σαν λαύρας ουρανός!

 

Τον συναντάς σαν μαχητή, στρατιώτη, πεζοναύτη.

 
Τον συναντάς πολεμιστή και μέσα στη ζωή:

 
αγνόν εργάτη, μισθωτό, καθηγητή, διαβάτη.

 
Μιαν ηλιαχτίδα στη στυφή του κόσμου την ροή…

 


Το παραμύθι πάλιωσε μα πάντα θά ’ναι νέο:

 
η μοίρα όλων των «Χριστών» της κάθε εποχής

 
είναι σε μιά Γεσθημανή που την μιαίνει ο Γιούδας,

 
ενώ μαραίνονται πικρά τα ρόδα της ψυχής…

 

Και ο Θεός σε Γολγοθά φρικτά θ’ αργοπεθαίνει.

 
Θα του λογχίζουνε με βιά το θεϊκό πλευρό…

 
Κάθε φορά που κάποιος νιος, γι’ αγάπη θε να κρένει,

 
θα τον κρεμούνε μ’ απονιά ψηλά, σ’ έναν Σταυρό…

             
------------------------------------

Σ.Σ. Έχει αλλάξει τίποτα από τότε; Όχι… Ούτε θ’ αλλάξει – νομίζω – ποτέ…

                         Κεφαλλονιά μου...

 Πετανοί 

 

                      Τα χρόνια τα πιο όμορφα τα ’ζησα στο νησί μου.

                      Μιλώ για την Κεφαλλονιά, την πατρική μου γη.

                      Πνοή απ' το Ιόνιο μ' ανάθρεψε με μάγια

                      κι έντυσε όλο το είναι μου με φίνα μουσική.

                      Πώς να ξεχάσω τις παλιές, ωραίες σερενάτες;

                      Σεργιάνι με την μάνα μου εβγαίναμε αργά·

                      ως το Ρουπάκι φτάναμε – μαζί κι η αδερφή μου –

                      και στο φεγγάρι στέλναμε τραγούδια δυνατά.

                      Στα δεξιά του δρόμου μας, πιο έξω από τη Σάμη,

                      πυγολαμπίδες άστραφταν στους θάμνους χρυσωπές.

                      Θαρρείς και μες τα χέρια μας πετούσ' ο Γαλαξίας,

                      λες και νεράιδες χόρευαν στη νύχτα με φωτιές...

                      Κλείνω τα μάτια και θωρρώ τ’ Αϊ-Γιωργιού το κάστρο,

                      το μαγικό το λιόγερμα στου Μύρτου τη στροφή,

                       τις πάλευκες κροκάλες του, τα ζωντανά νερά του,

                       τα σπίτια του Φισκάρδου μας, του Αίνου την κορφή.

                       Και προσκυνώ τον Άγιο με συντριβή μεγάλη.

                       Η χάρη Του να ευλογεί τον κόσμο που πονά

                       ο Κεφαλλήνας δεν ξεχνά ποτέ τι Του οφείλει...

                       Πρώτα σ' Αυτόν όταν γυρνά, τρέχει και προσκυνά.

                       Τα σμαραγδένια θεϊκά νερά της Μελισσάνης,

                       η Δρογκαράτη, ο Πλατύς και ο Μακρός γιαλός,

                       το μαντολίνο, ο μπάλος σου, τ’ ακορντεόν, τα σπάρτα

                        στριφογυρνούνε στο μυαλό, νοσταλγικός αχός...

                        Οι καταβόθρες σου γνωστές στα πέρατα της χώρας.

                         Εβάφαμε με μάντολες τα χείλη μας παλιά...

                        Νησί των αντιθέσεων, Ριζοσπαστών πατρίδα

                        Κεφαλλονιά μου ξακουστή, με αηδονιού λαλιά.

                        Τα κυπαρίσσια σου ψηλά ισκιώνουν τα όνειρα μου.

                        Οι κόρες κρεατόπιτα ζητούνε κι οι γαμπροί!

                        Και θέλουν κάποτε να 'ρθούν για πάντα εδώ να ζήσουν,

                        γιατί κι αυτοί σε λάτρεψαν, πανέμορφο νησί!

                        Οι συγγραφείς σου, οι ποιητές, οι τέχνες, η ορμή σου,

                        οι αγώνες σου, η δράση σου, το πνεύμα, η πυγμή,

                        Κεφαλλονιά μου βρίσκεσαι σ' Ομήρου σκαλοπάτι!

                        Πατρίδα τ’ Οδυσσέα μας, πιστεύω είσαι εσύ!

                        Μέσα μας όλοι έχουμε κάτι απ' την ψυχή σου

                        γι' αυτό δεν γονατίζουμε σε κάθε αναποδιά.

                        Το τσαγανό σου πήραμε Αφέντρα του Ιονίου,

                        πολύμορφη, απρόβλεπτη, αρχοντική Κυρά!

                        Τόπος ηρώων δοξαστός το λατρευτό σου χώμα.

                        Οι αναμνήσεις σωρηδόν τη νιότη μου κρατούν.

                        Μπορεί κάποτε να ’φυγα μα, η ψυχή μου μένει

                        στ' αστέρια σου, που σαν βροχή στα κύματα βουτούν...

                        Τα παιδικά τα χρόνια μου τα έζησα στη Σάμη.

                        Κουρκουμελάτα, Έρυσος, Ληξούρι, Λειβαθώ,

                        πλακόστρωτο τ' Αργοστολιού, Βλαχάτα και καντάδες

                        σαν ρίζες με κρατήσανε μην πέσω και χαθώ...

                         Είμαι Κεφαλονίτισσα γι' αυτό και τόσ' αντέχω...

                         Όταν διδάσκω τα παιδιά, για σένανε θα πω...

                         Είμαι δασκάλα και ανθώ όταν στην τάξη φέρνω

                         την ιστορία του νησιού που τόσο αγαπώ.

                          Σεισμός φριχτός σε πλήγωσε μες στο ’πενήντα τρία…

                          Όμως εσύ ανέκαμψες σαν Φοίνικας τρανός.

                          Οι αναμνήσεις σίφουνας - τόσες που με πληγώνουν

                          μα και μου δίνουν δύναμη - της αντοχής πυρσός...

                          Σ' όλον τον κόσμο θε να βρεις κι έναν Κεφαλλονίτη

                          να στέκεται στης στράτας του το πιο ψηλό σκαλί.

                          Σπινθηροβόλο θα ξυπνά το πνεύμα του τους πάντες

                          και θα τιμά την φύτρα του, τ' αρχέγονο Νησί...

                          Κεφαλλονιά μου, μού 'μαθες τον στόχο ν' ατενίζω,

                          νά 'χω το πνεύμα μου ψηλά, τ' ωραίο να ζητώ.

                          Να ’βρω το πείσμα να κρατώ ολόρθο το κεφάλι

                          και κάθε τι παράταιρο και ψέμα, ν' αψηφώ.

                          Η ευστροφία, η σάτιρα, το χιούμορ μα κι η αψάδα,

                          η ανεξάντλητη όρεξη για ό,τι ζωτικό,

                          δημιουργίας έμπνευση με σκηνικά στοιχεία,

                          κληρονομιά πολύτιμη, γι' αυτό με κέφι ζω...

                          Κεφαλλονιά με δίδαξες πως έχω και φτερούγες

                          σαν τον περήφανο αετό όπου στο φως πετά

                          και μ' οδηγεί η πανάρχαιη, ιστορική φωνή σου

                          στον ήλιο αμέσως να βρεθώ, ν' ανοίξω τα φτερά...

                          Γιατί είμαι του νησιού αυτού αληθινό βλαστάρι

                          π’ ουδέποτε ελύγισε και ξέρει να νικά.

                           Σ’ ευχαριστώ πατρίδα μου που έχω την ψυχή σου

                           και μέσα μου το είναι μου, Κεφαλλονιά βοά...

Εκ βαθέων

Πολυάνθη Βουτσινά

Σ.Σ.1: Ρουπάκι: τοποθεσία λίγο έξω από τη Σάμη. Οφείλει το όνομα της στο τεράστιο αιωνόβιο δέντρο που ορθώνεται εκεί, σαν σοφός πολύκλωνος γίγαντας στο διάβα των χρόνων.

(Ο Μπαμπινιώτης στο λεξικό του, το ρουπάκι το ισοδυναμεί με βελανιδιά).

Σ.Σ.2: Η περιοχή αποτελούσε έναν από τους δύο περισσότερο αγαπητούς προορισμούς για τις σχολικές εκδρομές μας. Η άλλη προτίμηση ήταν η όμορφη λιμνοθάλασσα στα Βλαχάτα ή αλλιώς Καραβόμυλο, όχι πολύ μακριά από τη Σάμη. Γι' αυτό εξάλλου πηγαίναμε πάντα με τα πόδια. Αξέχαστες εικόνες κατά το φθινόπωρο, τα κατάσπαρτα πλάγια των δρόμων με μοσχοβολιστά μανουσάκια και ντελικάτα, λιλά, τρυφερά αγριοκυκλάμινα...

Είσοδος Μελών

mail.google 3
Ιουλ 2175

ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ Φώς στο σκοτάδι, που χαρίζει την ελπίδα, 'Ιριδας χρώματα ξεχύνονται εμπρός σου, Λάμψεις ουράνιες που τρέφουν την πατρίδα, Ωραίου και Αληθινού Ναός όπου Νούς σε προσκύνημα κερί ανάβει Aγάπης, Κάλλους, Πνεύματος. Σε αντάρας πέλαγα, σύ, ω!… Περισσότερα
Οδυσσέας Ελύτης
Μαρ 1786

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ Νεανικά χρόνια Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από τον συνοικισμό Καλαμιάρης της… Περισσότερα
Κωστής Παλαμάς
Μαρ 1588

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας, από τις σπουδαιότερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νέου Ελληνισμού. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής «γενιάς του 1880» και της αποκαλούμενης «Νέας… Περισσότερα