ΤΟΥ ΧΡΟΝΟΥ Η ΣΤΙΓΜΗ!

 

 

 

 Του χρόνου η Στιγμή!

Τ

                σε κείνους που έζησαν το ανεκπλήρωτο!

 

Ένα πασπαρτού οι σκέψεις, που αναμαλλιασμένες ερινύες

σου μοχλεύουν τον εσωτερικό σου κόσμο διεκδικώντας το «εγώ» και όχι το «εσύ».

Προπετάσματα ύλης και όχι πνεύματος που αλλοιώνουν την πραγματικότητα

και δεν επιτρέπουν την καθαρότητα της εκτίμησης και την αποδοχή της oουσίας.

Προσπάθεια επομένως ανάδειξης των αρνητικών, για την απελευθέρωση γόνιμων

στοιχείων!

 

 1-

Σήμερα, ένα σήμερα δίχως ημερομηνία, δίχως χρόνο κι’ εποχή
Σήμερα, μέρα που οι αισθήσεις ακυρώνουν η μια την άλλη.
Σήμερα, τα αισθήματα αντιπαλεύουν ποιό θα κυριαρχήσει.
Σήμερα, η ζωή αντιμάχεται το θάνατο!

   «Θα νικήσω» φωνάζει η πρώτη, «έχω ήδη νικήσει» βροντοφωνά ο δεύτερος. Και το πτώμα ακίνητο. Τι άραγε να νιώθει; Τι άραγε να βλέπει το απλανές βλέμμα που δεν πρόλαβε ακόμα να σφραγιστεί;

Σήμερα, δεν αποχαιρέτησε, έτσι έπρεπε. Μόνο φυγή. Τι να ΄κανε μέσα στον άδειο χώρο; ΄Εζησε τη λεηλασία του από χέρια βρώμικα κι απ’ άλλα κάτασπρα με μακριά  -έργα του Ελ-Γκρέκο θα νόμιζες-  δάχτυλα, που η κίνησή τους δεν ξέρεις αν ήταν θεϊκή ή κάποιος διάβολος τα δημιούργησε για να καταισχύνουν την αγνότητα!

     Διάβολος ή Θεός; Είχε αναρωτηθεί μ’ απάντηση δεν πήρε. Το ίδιο ρωτά και τώρα, που ασάλευτο παρακολουθεί και συμπέρασμα δεν βγάζει. ΄Εκλεισ’ ο κύκλος. Ενώθηκαν οι άκρες της αμφιβολίας κι έγιναν ένα. Αδιαχώριστο σύμπλεγμα, που θα μείνει για πάντα ανεξήγητο…

Σήμερα, βαριά η πλάκα στο στήθος. Ένα, ανέτοιμο ακόμα ν’ ανοίξει, κόκκινο τριαντάφυλλο πάνω του και γύρω - γύρω υάκινθοι σκορπισμένοι. Οι δυο αισθήσεις πού ‘γιναν μια. Το σύμπλεγμα!

... Η ζωή πού ‘δωσε τη «στιγμή» την πήρε πριν αλλάξει χέρια.
Πώς να γινόταν η αλλαγή μεσ’ το σκοτάδι;

Στο Μπάμπη , 
που διάλεξε να φύγει τόσο γρήγορα !..

 

   2-  

 

       Πανσέληνος.  Αυτό το βράδυ, δεν φοβήθηκε το πρόσωπό της κι ας ήταν τόσο, μα τόσο φωτεινό! ΄Ενιωσε, πως λειτούργησε η αυτοϊανση και η διαφορετική λάμψη που δεχόταν, έδιωξε το χρονο-φόβο που καταλάμβανε η παρουσία της στην ψυχή της  από τότε … έως τώρα!

    Δεν θυμόταν ποια ήταν η πρώτη φορά και δεν μπορούσε να καταλάβει γιατί στους τόσους χρονομήνες της ζωής της που αντάμωναν δεν μπόρεσε να συμφιλιωθεί μαζί της! Μόνο τώρα, ανεβαίνοντας το μονοπάτι τόλμησε να την κοιτάξει στα μάτια, να της χαμογελάσει. Κι όχι μόνο δεν ένιωθε την ανάγκη να της κρυφτεί, να την περιφρονήσει - όπως έκανε άλλοτε - μα αντίθετα της γέλαγε, την κοίταζε στα μάτια της -με ορθάνοιχτα τα δικά της- προκαλώντας και προσκαλώντας την! Κι εκείνη, μια κρυβόταν πίσω από τα δέντρα προχωρώντας πάντα μπροστά από το διάβα της και μια, όταν έστριβε, έτσι, για να την ξεγελάσει κατάφερνε, πώς το πετύχαινε άραγε(;), να  λοξοδρομεί αφήνοντάς την πάλι πίσω της, αναδεικνύοντας το ιδιαίτερο χαμόγελο που στέλνει στους μοναδικούς που της αντιστέκονται…

  Νιώθοντας την συμφιλίωση μαζί της, πέρασε χαρούμενη την πόρτα του σπιτιού, με μια διάθεση ξεχωριστή…

   Την αναζήτησε και τ’ άλλο βράδυ ελπίζοντας να ξαναπαίξει μαζί της. Δεν ήταν εκεί…

  Νιώθοντάς την, τη συγχώρεσε, αφού προτίμησε αντί για εκείνην τη στιγμή, μέσα στην παρένθεση της ζωής της!

 

                   3-

 

       Η διαδρομή στο λεωφορείο: Μια απ’ τις πολλές, αμέτρητες φορές στο λεωφορείο -στη συνηθισμένη ή όχι θέση- συναντούσε σκέψεις που συνόδευαν το μικρό ή μεγάλο ταξίδι της. 

     Κι η διπλανή θέση, καθόταν ή όχι κάποιος, πάντα γεμάτη…  
Δε συνέβη το ίδιο, όμως, σ’ αυτή τη διαδρομή. Ξαφνικά, η άδεια θέση δίπλα της επεκτάθηκε σ’ όλο το χώρο. ΄Ενιωσε μόνη ν’ αναριγά από τη μοναξιά, που τέτοια δεν είχε νιώσει...

    Δεν έψαξε. Κατάλαβε… Η διαδρομή που οδηγούσε σε παρεμφερή μονοπάτια, τις άλλες φορές, μπορεί να ήταν η ίδια, σήμερα όμως, έλειπε ο στόχος της κατάληξής της. Δε γέμιζε την ψυχή με λαχτάρα για το αόριστο «κρυφό» της «εκπλήρωσης». Δεν όριζε όνειρα, ζωή συναισθημάτων, θαυμασμού, υπέρτατης άγνωστης «ευτυχίας» που κρυφογελούσε, έστω... κι αν το γέλιο ήταν ουτοπία! Κι όσο ο άδειος δρόμος στένευε αφήνοντας πίσω του το άνοιγμα της χοάνης, η άδεια θέση, ξαφνικά, ανθρωποποιήθηκε και ταυτίστηκε με το άδειο κομμάτι της ψυχής…

   Πέρασε ώρα για τη συνειδητοποίηση, κι όταν το τέλος του προορισμού έφτασε, ανάμεσα στους άγνωστους συνεπιβάτες που σκορπίζονταν γύρω της, σκεπτόταν:

"Παιχνίδια της μοίρας, παιχνίδια του μυαλού, ακατάληπτες συσχετίσεις, παραμορφωτικοί καθρέπτες που ο καθένας σε παρουσιάζει με το δικό του είδωλο. Προσπαθείς να πιστέψεις στην ουτοπία μα, η σκληρή πραγματικότητα ανακαλεί κάθε επιδίωξη, εμφανίζοντας κάποια στιγμή την άδεια θέση, που στην ουσία δεν υπήρξε, για σε, ποτέ γεμάτη!.."

 

       4-
  

    Περιμένοντας το ΔΙΑ Πλανήτη της επέκτασης, της δημιουργίας, της τύχης τον αποκαλούν. Κι εκείνη, με την ελπίδα για ηρεμία - αν θα μπορέσει να της τη δώσει- παρακαλά κι αναρωτιέται: Θα ξεκλειδώσει η πόρτα, για ν’ αντικρίσει αυτήν την όμορφη κυρά, την περικοκλάδα, που σε προφυλάσσει από το κάψιμο του ήλιου και σε δροσίζει με τ’ αγιάζει που κρύβει στην αδιαπέραστη φυλλωσιά της κρατώντας τις δροσοσταλίδες της αυγής;

   Τι όμορφος συνδυασμός ισορροπίας τα δώρα της μέρας, αλλά, και της νυχτιάς που φεύγει, σαν ανταμώνουν!...  

   Κι ο ΔΙΑΣ, απέναντί της, νιώθει πως της χαμογελά: «΄Εχε πίστη στον εαυτό σου» σιγοψιθυρίζει, «ο χειρότερος εχθρός, η ανασφάλειά σου» προσθέτει, ανεβάζοντας τον τόνο της φωνής του...
Εκείνη, δεν προσπάθησε ν’ αντισταθεί. Μπορούσε άραγε; Με την αστάθεια της αντιμετώπισης, σιγεί η σκέψη. Πίνει μια γουλιά καφέ, βάλσαμο αρνητικό - μα διέξοδος, για να προσπαθήσει την αντίστροφη μέτρηση, ίσως, του πεπρωμένου της. Αποφάσισε ν’ αντισταθεί. Θα τα καταφέρει; ΄Αγνωστο! Αυτές άλλωστε οι σκέψεις, οι εικόνες, η πραγματικότητα κι οι ουτοπίες αλληλοεξουδετερώνουν η μια την άλλη με αποτέλεσμα, το μηδενισμό…  

Το κεφάλι, μέσα σε μια μέγγενη που όλο σφίγγει τη σκέψη, ενώ ταυτόχρονα αφήνει ελεύθερους τους χτύπους της καρδιάς -έρμαιο της ψυχικής φθοράς κι αυτοί- να ρημάζουν υπόσταση και λογική!    

     Κι ΕΚΕΙΝΟΣ, ακόμα, εκεί!

 Πληθωρικός σε κατανόηση, με χωρίς αντάλλαγμα προσφοράς.
΄Ηρθε κοντά και μ’ ένα  χαμόγελο  διέλυσε τις αμφιβολίες...
 Ένα άγγιγμα, που έμεινε στην προσπάθεια, τ’ αποκάλυψε όλα.
 Τι κι αν δεν ολοκληρώθηκε; Σημασία είχε, ότι υπήρξε!
 
  Κι ήταν, 
η απόλυτη προσφορά στο  ζωδιακό κύκλο της ζωής,      
  Της Ζωής Της! 

 

      5-


    Αντίφωνο!   Σαν λείψανα που μοσχοβολάνε, τούτα τα βρετίκια, σε μια θολή από σκέψεις και συναισθήματα μέρα. Αργές οι κινήσεις, έτσι, για να περάσει η ώρα το πιο πολύ, παρά να γίνει δουλειά. Σκάλιζαν τα δάχτυλα κάποια θήκη -τι σημασία αν ήταν τσάντας, συρταριού ή ψυχής- κι εκεί, το «…» τυλιγμένο σε στεγανό - αδιαπέραστο χαρτί, που δεν επέτρεπε να βγει προς τα έξω το περιεχόμενό του, έκανε την παρουσία του.
Όχι οπτικά, αφού κρυβόταν σφιχταγκαλιασμένο από το περιτύλιγμά του, αλλά, από τη λεπτή μυρωδάτη υπόστασή του, που μαζεμένη καθώς ήταν -ποιος ξέρει από πόσα χρόνια πριν- ξεχύθηκε, αφήνοντας στον αέρα την ευωδιά που έκρυβε, σαν το κουμπί που έσπασε κι ελευθέρωσε το άρωμα από το μπούστο κοπελιάς.      

    Σε ξανάφερε στην τότε ζωή σου, κι όσο εκείνη η παλιά ανάσα σου ‘δινε το δικαίωμα να την αναπνέεις, δεν ήξερες αν είσαι ζωντανός ή αναπολείς γήινες -στη γωνιά κάποιου παράδεισου- στιγμές, μέσα απ’ το λιβανωτό που ερχόταν απ’ άλλους κόσμους για να σε εξαγνίσει!
  ΄Εσκυψες το κεφάλι προς το χέρι που κράταγε τη μυροδόχα πηγή, το μύρισες πολλές φορές για να βεβαιωθείς αν ήταν πράγματι έτσι ή της φαντασίας σου πλάσμα, μα κείνο δεν αρνιόταν την παρουσία του. Σου προσφερόταν ακόμα, γιατί, όσο κι αν νόμιζες, δεν το ‘χες ξεπεράσει!      

   Συνοδευμένο - από ένα διπλωμένο στα τέσσαρα - έτσι δεν κάνεις πάντα(;) - σημείωμα, που κι αυτό είχε ρουφήξει της ψυχής το άρωμα σε καθήλωσε. Δεν τόλμησες να το ξεδιπλώσεις. Κοίταξες δεξιά κι αριστερά, εκεί που άφηναν οι χαραμάδες το μυστικό να μαρτυριέται και ψέλλισες, μονάχα, ένα: «Ναι…», ενώ, το δάκρυ κύλαγε στα μάγουλα που δεν ήταν πια λεία, αλλά είχαν αρχίσει να εμφανίζουν τις φθορές του χρόνου...
Το ακαθόριστο άρωμα βασιλικού ή άλλου, παρόμοιου φυτού, συνέχισε ν’ αναβλύζει.

Δεν το ξετύλιξες, δεν θέλησες να κακοποιήσεις την ύπαρξή του.
Τη δική σου, μόνο  ξέσκισες, νιώθοντας ατέρμονη τη μοναξιά,
που τη συμπλήρωνε η βαθιά πίστη στις επιταγές της καρδιάς σου…

     

     6- 

 

    Η Νεραϊδούλα κι ο θυσαυρός:    Είναι η πρώτη μέρα από «τότε» που η γραφή περιμένει. Τι να χαράξει στο άγνωστο! Ούτε ξέρει, ούτε σε θέση είναι να γνωρίζει. Όλα κινούνται, μέσα της, σ’ ένα ακατάπαυστο ημιθανές πρελούντιο που τσακίζει, κι εξουδετερώνει με στόχο, όχι το θάνατο, αλλά την παράλυση των αβέβαιων, με ασυνήθιστη πληρότητα, ψυχικών αισθημάτων και συναισθημάτων. Πονάς και χαίρεσαι, κλαίς και γελάς, κρυώνεις μα και την ίδια στιγμή ιδρώνεις, αμφιβάλεις και πιστεύεις, εξαγνίζεις κι  αμαυρώνεις, αντιδράς για την αντίδραση, πράττεις για να πεις πως κάτι έκανες, μα το χειρότερο, στοιχηματίζεις στη γνώση και παράλληλα, στο σαλεμένο σου μυαλό, αναθεματίζεις και ξορκίζεις τις οπτασίες δικαιολογώντας της, ως συμπτώσεις!.. 

     Πού στ’ αλήθεια οδηγεί η παραζάλη; Πώς το άγνωστο σ’ απόθεσε, μικρό πιονάκι, στα χέρια του δράκοντα με τα πολλά κεφάλια; Ποιός θεός σ’ εγκατάλειψε ανάμεσα σε κύματα πελάγου;              

   Κι όμως η γη κινείται! Ο τόπος σου –μια μικρή, απειροελάχιστη σκονούλα του σύμπαντος-   σε κουβαλά επάνω της εδώ και τόσα χρόνια και δεν θέλει να σ’ αφήσει. Σε κρατά σφιχτοδεμένα και σε τριγυρνά, όπου εκείνη θέλει, χωρίς να σε ρωτά. Πώς παίζει αλήθεια με την ψυχή σου ζητώντας ακατάπαυστα, η μικρή μαγισούλα να γίνεσαι κάπου-κάπου παιχνιδάκι της, με όποιο κόστος κι αν σου επιβάλει -ως ανταποδοτικότητα- για το βάρος που της προσθέτεις!            

   ΄Ετσι, κείνο τ’ απόγεμα, ζήτησε να παίξει –το συνήθιζε τον τελευταίο καιρό – ψάχνοντας ανάμεσα στα παιχνίδια της που γέμιζαν το πανέρι της ψυχής. Τι πλάσμα αλήθεια; Τόσα βρίσκονταν εκεί μέσα! Εκείνο, το τελευταίο που φυλασσόταν σαν μικρό κόσμημα στο βάθος της βιτρίνας έπρεπε να διαλέξει; Όχι πως έφερνε πόνο, όχι. Απουσία όμως, μιας έστω και ανεκπλήρωτης παρουσίας, ναι!

Και το παιχνίδι πέτυχε. Το πέρασμα βιαστικό, ο γάντζος που θα ‘φερνε το μικρό θησαυρό μπροστά στη βιτρίνα χάθηκε, αφήνοντας μόνο την ελπίδα της προσμονής, γιατί  το παιχνίδι  σταμάτησε απότομα…

    Η μικρή σκονούλα-νεραϊδούλα   που πατάς πάνω της, πέτυχε το στόχο της. Σ’ έκανε πάλι, εκεί που συνήθιζες στην ιδέα πως δεν υπάρχει θησαυρός, να τον φέρνει ξανά μπροστά σου βάζοντάς σε στη διαδικασία να ξαναρχίσει το δικό σου πλέον παιχνίδι, μαζί του. «Δεν τελείωσες ακόμα» μίλησε, κλείνοντας πονηρά το μάτι. «Προσπάθησε»…

     Δεν πήρε απάντηση. Από πού άλλωστε μπορούσε να πάρει; Οι πνεύμονες έδιναν το ακατάπαυστο δίχως φθόγγους «ναι» τους κι η καρδιά με τους μονότονους μα σταθερούς χτύπους της συνόδευε την ανάσα, που ίσως να ‘λεγε κάποια στιγμή το «ευχαριστώ» στη μικρή σκονούλα – νεραϊδούλα!

     Γιατί, τι κι αν κρατά γερά τον αναβάτη της; θέλει να παίζει κάπου-κάπου μαζί του, δείχνοντάς του και τα δικά της μαγικά μυστικά…          

 

     7-

 

     Αυταπάτη:  Ποιος μπορεί να βεβαιώσει πως οι στιγμές, μικρές αναλαμπές   ανάκαμψης ή πτώσης μπορούν να παίζουν κάποιο ρόλο στη ζωή σου; Η αποστασιοποίηση μονάχα απ’ αυτές μπορούν να σε οδηγήσουν στη γνώση της ουτοπίας ή της πραγματικότητάς σου. Και η «απόσταση» για τη «μετάβαση»; Λεπτά, μήνες, χρόνια, αιώνες; Μόνο μέσα σου μπορεί να το γνωρίζεις, γιατί, μόνο ο εαυτός σου ξέρει το χωροχρόνο της ψυχής σου! Νομίζεις πως ζεις μέσα στα ημερολογιακά σου χρόνια και καμώνεσαι πως αποδέχεσαι το μασκαριλίκι της ύπαρξής σου. Τι ανωμαλία, αλήθεια κι αυτή της φύσης!.. Πώς σε ξεγελά με αριθμούς κάλπικους, γραμμάτια ληγμένα, προσφορές που χαίρεσαι γι’ αυτές και που στην ουσία την αφαιρετική ιδιότητα υπηρετούν λοξοδρομώντας σε από τον ιερό σκοπό της ζωής - ύπαρξής σου! 
   
    Ρώταγα τη σκονούλα – νεραϊδούλα μου, γιατί μου άφηνε κάποια περιθώρια αυτόνομης κίνησης στο χάος της ύπαρξής του είναι μου. Δεν μου απαντούσε, το ‘κρυβε σαν δικό της δικαίωμα, εγωϊστικό, κυρίαρχο θυμίζοντάς μου πως δεν προέρχομαι από το άκτιστο, παρά από το κτιστό που πρέπει να υπακούει σε κανόνες. Την άκουγα στην αρχή, με τη δυσπιστία του αφελούς, μα που στο τέλος απομακρύνοντας το κουκούλι που σκέπαζε την πραγματικότητα, τρόμαξα με το μέγεθος των μελανών σκιών που με χρωμάτιζαν. Ακολουθώντας τη διαδρομή τους, παλιρροιακό κύμα μ’ άρπαξε στα βαθιά.

Χωρίς σκέψη αποδεχόμουνα τον πνιγμό μου, χωρίς ίχνος προσπάθειας διάσωσης... τον απολάμβανα κι όλας. Τι ουτοπία! Παλιρροιακή ήταν η φύση των κυμάτων και δεν διέψευδε την ιδιότητά της. Το επόμενο κύμα ανέτρεπε την πορεία του πρώτου και ξανάφερνε στην ακτή ό,τι είχε τραβήξει λίγο πριν στο εσωτερικό της! ΄Ετσι, χωρίς καμία προσπάθεια, τα βράχια ετοίμαζαν την υποδοχή. Πόναγε το σώμα, σκίζονταν οι σάρκες, μα το κουράγιο, αυτός ο σατράπης ενάντια στο «θέλω» της στιγμής δεν είχε ίδια άποψη. Με σήκωνε, καμωνόταν πως με φρόντιζε και με το πρόσχημα «σώθηκες»   μ’ έκανε να ξεχνώ την πλάνη για το που με οδηγούσε και να χαίρομαι τη «διάσωση», υποσχόμενη στον «κουασιμόδο» μου, το «ήμαρτον», ενώ στην πραγματικότητα δεν το ζητούσα!          

     Αυταπάτη! Η αιώνια δύναμη, που νομίζεις πως μπορείς ν’ ακολουθήσεις τον εαυτό σου και να πειθαρχήσεις στον προορισμό σου. Πόσο μακριά, όμως η πραγματικότητα! Το πεπρωμένο μπορεί να σε προόριζε για «κάτι» , μα εσύ, μπόρεσες να το ταυτίσεις με την προσπάθεια διαφυγής σου από τα τετριμμένα; Κατάφερες να παραλληλίσεις τις δυο άκρες από το διαφορετικό δρόμο της αφετηρίας τους;

Τι τραγικό στ’ αλήθεια, την ώρα που εσύ βαδίζεις στην εκπλήρωση του πεπρωμένου σου το σύμπαν να συνωμοτεί για την ανατροπή σου και να μην σου επιτρέπει πια τη χαρά του προορισμού - εξέλιξής σου!

 

  8-

 

     Η Πυγολαμπίδα: ΄Ηταν, νωρίς απόγευμα, 4.45’ της άνοιξης, κι ο ουρανός σκοτεινός, τόσο, που αισθανόσουν πως ο ήλιος βαριόταν να φωτίσει τη γη, μια, και είχε αποτύχει να δώσει βάλσαμο στις καρδιές. Πεισμώνοντας για την αδυναμία του, αφέθηκε στην άρνηση και κρύφτηκε, τιμωρώντας όλους εκείνους που πρόδιναν την ύπαρξή του! … Όμως, γελάστηκε. Σε ποιούς αλήθεια έλειψε; Ένα μικρό σχόλιο, για την σκοτεινιά του έγινε, καλύφτηκε όμως, με το ελαφρύ πάτημα του διακόπτη. Το τεχνικό φως απλώθηκε κι η ζωή συνέχισε την κραιπάλη της σ’ όλους της τους χώρους. Εξαίρεση; Εκείνη, που ‘νιωσε το σκοτάδι να τη διαπερνά και το ρίγος της απέραντης μοναξιάς να την κυριεύει. ΄Ανοιξε την πόρτα και βγήκε. Κι εκεί, μες τα χόρτα, που αν και σκόρπια, κάποια κατάφερναν να δείξουν το πρόωρο ανάστημά τους κι’ άλλα να καμαρώνουν γιατί μπορούσαν να κρύψουν τα μυστικά της ζωής στις πυκνές - κοντούλικες φυλλωσιές τους, φάνηκε θαρρείς, απ’ τα σπλάχνα τους ένα φωτάκι. Μια πυγολαμπίδα…
    Τρόμαξε, δεν την περίμενε μέσα στη χλομάδα του απομεσήμερου να την συναντήσει. Τρεμόπαιζε το χρυσολαδί φωτάκι της κι ήταν σαν να της χαμογελούσε, σιγοψιθυρίζοντάς της:

 ... «Κοίτα, δεν κάνει το πολύ και το έντονο τη διαφορά,
και το ελάχιστο ομορφαίνει και θεραπεύει, έστω, κι αν λέγεται … στιγμή!»

Τι όμορφο στ’ αλήθεια να σε «φωτίζει»
η μικρή τ’ απομεσήμερου Πυγολαμπίδα!

 

         9-

 

    Το Δίλημμα - Ανάμεσα σε δυο εικόνες: Δυο πρόσωπα απέναντί μου, που στιγμάτισαν μέρος της ζωής μου. Μέσα σε νεφέλη και τα δυο. Στον ίδιο αχνό φόντο που ο καλλιτέχνης δούλεψε για ν’ αποδώσει όλη την τέχνη του απαλού ροζ, θαλασσί, άσπρου, κάπου - κάπου και του μπέζ ! 

   ΄Ετσι τα βλέπω, κι η γουλιά του κρασιού που ζεσταίνει τα χείλη με φέρνει πιο κοντά τους. Δεν ξέρω σε ποιό ν΄ αφήσω περισσότερο τη ματιά για να χαδέψει! Τόσο ανόμοια και τα δυο σε υπόσταση, σε σκέψη, σε συναίσθημα! Τολμώ τη σύγκριση χωρίς να σκεφτώ γιατί, αφού, το ένα το έζησα μέσα σε χρόνια που έζησα! Το άλλο, πρόσκαιρη συνάντηση. Πρόσφερε κάτι διαφορετικό που το σφράγισε η αίσθηση της στιγμής, το άγγιγμα του δευτερόλεπτου, ο λόγος που δεν ξεστομίστηκε ποτέ, μα ακούστηκε τόσο έντονα!

  Το ένα, πέρασε στην ιστορία του χθες φέρνοντας δάκρυ ή χαμόγελο, το άλλο, δεν πρόλαβε να γράψει στη ζωή παρά μονάχα στον ήχο του ξεχωριστού αντίλαλου που δημιουργεί το όργανο που διατηρεί τη ζωή, ως την τελευταία της πνοή!

   Κλείνω τα μάτια, αφήνομαι ήρεμα να νιώσω, μα... η δύναμη της έλξης με μετακινεί... Αισθάνομαι, πως δεν είμαι μόνη στο δρόμο της νοερής προσέγγισης και πως, απέναντί μου την απόσταση μειώνει,  της ζωής μου η στιγμή!

 


    10-

 

   Η στιγμή της αλήθειας: Τόσο ελάχιστες κι απρόσιτες της αλήθειας οι στιγμές! Δεν κρύβουν μυστικά, παρ’ αγκαλιάζουν τον κόσμο, σαν δώρο Θεού. Εκεί, δεν μιλά ούτε λογική, ούτε σκέψη, ούτε γνώση, ούτε «εγώ». Χωρούν στη διάρκεια μιας αστραπής, φωτίζουν τη ψυχή και χωρίς να το συνειδητοποιείς χάνονται, παραμένοντας, όμως, πάντα ενεργές. Ανάμεσά τους κι άλλες πολλές, μα μοιάζουν μ’ αστραπόβροντα που τ’ ακούς από μακριά χωρίς κοντά σου να κουνιέται φύλλο, χωρίς να σε λούζει η βροχή, χωρίς να μπορείς ν’ ανοίξεις το στόμα σου για να περάσει το νερό να δροσίσει τα σωθικά σου, να σ’ εξαγνίσει ή ν΄ ανάψει ακόμα και φωτιά καίγοντας ό,τι δεν πρέπει πια να ζει!

Η στιγμή της αλήθειας!
Μια ιέρεια στα άδυτα του είναι μας, στο κέντρο του πεπρωμένου μας,
στο «τέλειο» και «ατελές» της ζωής μας, στο φως που εκπέμπεται απ’ τα ατέρμονα βάθη της ψυχής, για να στηρίξει, χωρίς κίνδυνο έμβιας ανατροπής, την αποφυγή της καταισχύνης στην υπόστασή μας!

 

Είσοδος Μελών

mail.google 3
Ιουλ 2204

ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ

ΦΩΣ ΣΤΟ ΣΚΟΤΑΔΙ Φώς στο σκοτάδι, που χαρίζει την ελπίδα, 'Ιριδας χρώματα ξεχύνονται εμπρός σου, Λάμψεις ουράνιες που τρέφουν την πατρίδα, Ωραίου και Αληθινού Ναός όπου Νούς σε προσκύνημα κερί ανάβει Aγάπης, Κάλλους, Πνεύματος. Σε αντάρας πέλαγα, σύ, ω!… Περισσότερα
Οδυσσέας Ελύτης
Μαρ 1836

ΟΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ

OΔΥΣΣΕΑΣ ΕΛΥΤΗΣ Νεανικά χρόνια Ο Οδυσσέας Ελύτης γεννήθηκε στις 2 Νοεμβρίου του 1911 στο Ηράκλειο της Κρήτης. Ήταν το τελευταίο από τα έξι παιδιά του Παναγιώτη Αλεπουδέλλη και της Μαρίας Βρανά. Ο πατέρας του καταγόταν από τον συνοικισμό Καλαμιάρης της… Περισσότερα
Κωστής Παλαμάς
Μαρ 1623

ΚΩΣΤΗΣ ΠΑΛΑΜΑΣ

Έλληνας ποιητής, δοκιμιογράφος, κριτικός λογοτεχνίας, διηγηματογράφος και θεατρικός συγγραφέας, από τις σπουδαιότερες πνευματικές φυσιογνωμίες του νέου Ελληνισμού. Αποτέλεσε κεντρική μορφή της λογοτεχνικής «γενιάς του 1880» και της αποκαλούμενης «Νέας… Περισσότερα